Η πολλή σπουδή τυφλώνει

Donato_Bramante_-_Heraclitus_and_Democritus_-_WGA3054

Κωστής Παπαγιώργης

Από το βιβλίο του Η Κόκκινη Αλεπού (Μισανθρωπίας Προλεγόμενα)

Φυσικά οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι τα νήπια είναι φορές πού τα καταφέρνουν περίφημα. Στη μουσική για παράδειγμα, μας λέει ο Χέγκελ στην Αισθητική του, η οποία εκφράζει βαθιά και ολωσδιόλου απροσδιόριστα αισθήματα, σκιρτήματα της ψυχής που κατά κάποιο τρόπο είναι άυλα, κι όπου δε μπορούμε να αποδώσουμε κανένα περιεχόμενο, καμιά σκέψη, ο μουσικός δεν έχει ανάγκη μιαν εμπειρία τόσο μεγάλη όσο στις άλλες τέχνες. Αυτός είναι ο λόγος πού το μουσικό τάλαντο εκδηλώνεται πρόωρα, ενώ το κεφάλι και η ψυχή παραμένουν ακόμα κενά, χωρίς πνευματική ή βιωματική εμπειρία· και έτσι όλοι έχουμε ακούσει για βιρτουόζους πού ο χαρακτήρας και το πνεύμα τους δε βρίσκονται στο ύψος της δεινότητάς τους. Έχουμε παιδιά-θαύματα στη μουσική και στα μαθηματικά, στην ενόργανη γυμναστική ή στο τραγούδι, αλλά ποτέ στή σκέψη — δεν εμφανίστηκε ακόμα ό ανήλικος ζωγράφος, φιλόσοφος ή μυθιστοριογράφος. Η παρατήρηση για το «άδειο κεφάλι» και την«άδεια ψυχή» δεν αφήνει καμιά απορία. Όταν πρόκειται για πνευματική απόδοση καθαρά μορφική, όπου το περιεχόμενο (ήτοι η θητεία στη ζωή και στα μαρτύριά της) μπορεί να απουσιάζει, το θαύμα είναι πιθανό. Αλλά είναι απίθανο όταν έχουμε να κάνουμε με τέχνες και εκφράσεις που προϋποθέτουν ψυχική ωρίμανση. Είναι σημαδιακό άλλωστε ότι οι Έλληνες —τα αιώνια παιδιά— δεν ανέδειξαν ποτέ παιδιά-θαύματα.

Οι εγκύκλιες σπουδές δεν μπορεί να είναι άσχετες με κείνο πού θα αποκαλούσαμε εγκύκλιες δοκιμασίες. Είτε στα δεκαπέντε σου σύρεις έναν κύκλο με το διαβήτη, είτε στα πενήντα σου, το αποτέλεσμα δε διαφέρει· τι να πούμε όμως για έναν έφηβο που ενδέχεται να απαγγέλλει σωστά το Μὴ μοι θάνατον παραῦδα χωρίς να ηχεί —και που να τη βρει;— καμιά βαθύτερη αίσθηση του στίχου; Τα κείμενα περιμένουν (αιώνες) τον κάθε νέο να μεστώσει, να εξέλθει από το στάδιο της αφασίας και να διαβεί το κατώφλι.

Άσχετα με τις ευνόητες εκπαιδευτικές μέριμνες, η εφηβεία δεν πρέπει να υπερτιμάται. Ή πλησμονή των πρώτων επαφών με τη ζωή κάνει τον έφηβο κάτι σαν μύστη της αμεσότητας, γι’ αυτό και στη Βίβλο ή καρδιά του νέου παρομοιάζεται με τα ίχνη του φιδιού πάνω στην πέτρα ή τα σημάδια πού αφήνει το πέταγμα ενός πτηνού στον ουρανό. Ίχνη και σημάδια δηλαδή πού συνήθως αποδεικνύονται αινίγματα μικρής αντοχής. Εξάλλου οι άνθρωποι, ειδικά στις μικρές ηλικίες, μοιάζουν πολύ στα γενικά τους γνωρίσματα.

Μόνο ή ωρίμανση επιβάλλει τις μεγάλες διαφορές. Η σκέψη του Θουκυδίδη ότι οι άνθρωποι δεν διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους (πολύ τε διαφέρειν οὔ δεῖ νομίζειν ἄν ἄνθρωπον ἀνθρώπου) — αλήθεια της οποίας το πολύ παίρνει πολύ νερό, ωκεανούς ολόκληρους— συμπληρώνεται παρήγορα από μια πολύτιμη προσθήκη: καλύτερος είναι όποιος έχει περάσει τις μεγάλες και απαραίτητες δοκιμασίες (κράτιστος δὲ εἶναι ὅστις ἐν τοῖς ἀναγκαιοτάτοις παιδεύεται). Και τί σημαίνει κράτιστος; Και τί σημαίνει δοκιμασίες; Η παράδοση πάνω στο θέμα είναι πανάρχαια, διάσημη και σκληρή.

Η πίστη στην έμφυτη κλήρα του ατόμου, στο αίμα του, και η περιφρόνηση των επίκτητων προσόντων υπήρξε ανέκαθεν αριστοκρατικό ιδεώδες. Για τον Πίνδαρο, πού υποστηρίζει ολόψυχα τη φυὰ και όχι την παιδεία, ο διαβασμένος (διδάκτ’ ἔχει) είναι σκοτεινός άνθρωπος (ψεφεννός άνήρ) πού δεν πορεύεται ποτέ του με σταθερό βήμα (οὔ ποτ’ ἀτρεκεῖ κατέβα ποδί). Και τη λέξη αριστοκρατικός, πού σήμερα «κεντάει» όπως άλλωστε «κεντούσε» και τότε, θα την καταλάβουμε αν τη φέρουμε κοντά σε έναν άλλο στίχο του ίδιου, πού διακηρύσσει ότι το φυσικό της δεν το αλλάζει ούτε ή κόκκινη αλεπού (τὰ γὰρ ἐμφυὲς οὔτ’ αἴθων ἀλώπηξ) ούτε το λιοντάρι (οὔτ’ ἐρίβρομοι λέοντες διαλλάξαιντο ἦθος).

Κανείς δεν αρνείται ότι και σήμερα, πέρα από κάθε σκέψη περί αριστοκρατίας του πνεύματος ή του αίματος, πιστεύουμε ακράδαντα στην κόκκινη αλεπού, τουτέστι στο φυσικό του καθενός. Όσο κι αν καταγίνεται κάποιος σε κάτι, αν δεν το ’χει, ποτέ δε γίνεται. Με την επιμονή έχουμε άθλους εργατικότητας, αλλά όχι δημιουργήματα. Μόνο στα ώριμα χρόνια αρχίζει να γίνεται σαφές ότι όλα είναι δύσκολα για τον άνθρωπο πού εγκαταλείπει τη φύση του και χτυπάει γροθιά στο μαχαίρι: ἅπαντα δυσχέρεια τὴν αὐτοῦ φύσιν ὅταν λιπών τις… Γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος, σοφός άρα μισάνθρωπος, ήξερε να δογματίζει στην αυγή κιόλας αυτοί του πολιτισμοί: η πολυμάθεια δε χαρίζει σε κανέναν μυαλό (πολυμαθίη νόον ἔχειν οὔ διδάσκει), όλα πηγάζουν από το τί είναι κανείς, όχι από το τί του μαθαίνουν. Και εδώ έχουμε ένα από τα μεγάλα προβλήματα της παιδείας. αν μόνο το φυσικό (το σκαρί) μετράει, τότε τί νόημα έχει να σπέρνουμε τα πετροχώραφα; Μολονότι ό Δημόκριτος έπαιρνε σαφώς την αντίθετη θέση (πλέονες ἐξ ἀσκήσεως ἀγαθοὶ γίγνονται ἤ ἀπὸ φύσεως), την ακριβή απάντηση μόνο στον εαυτό του θα τη βρει ό καθένας.

Οι αρχάριοι συγγραφείς πού εμπιστεύονταν στα χέρια του Ζίντ τα χειρόγραφά τους, τον ρωτούσαν με φόβο: Να συνεχίσουμε; και ή απόκριση ήταν πιο ερωτηματική: Πώς μπορείτε και δε συνεχίζετε; το φυσικό αποφασίζει, κανένας άλλος. Οι δοκιμασίες, οι σπουδές, οι ταλαιπωρίες αναδεικνύουν τούς χαρακτήρες όσο αναδεικνύουν και τις σαπιοκοιλιές. Δε λείπουν ποτέ οι διαβασμένοι βλάκες, οι ψοφοδεείς της πολυμάθειας, τα διπλωματούχα καπόνια, οι ανίκανοι πού πρήζουν τον κόσμο με άραθα-μάραθα πασχίζοντας να πείσουν ότι δε γεννήθηκαν από τη «μούχλατουμπάνιου».

Τα βάσανα και τα σαράντα κύματα έχουν αξία όχι γιατί από μόνα τους διαμορφώνουν ανθρώπους (αυτό ποτέ δεν έγινε), αλλά επειδή δίκην λυδίας λίθου αποκαλύπτουν την ισχυρή και την ανίσχυρη φύση. Αυτή είναι η λειτουργία του βασανίτη λίθου: φανερώνει ό,τι υπάρχει ήδη, δεν δημιουργεί. Όσο για τους απειθείς, πού φυσικώ τώ λόγω δυσπιστούν, είναι βέβαιο ότι θα χάσουν τον ύπνο τους. Όπως επίσης είναι βέβαιο ότι υπάρχει μια αμαρτωλή σχέση της σπουδής με τη βιασύνη. Το λέει ξεκάθαρα η λέξη. Ο υπερφίαλος νέος πού στρώνεται, και με τι καρδιά, να μελετήσει και αρχίζει να λογαριάζει την πνευματική του μοίρα σε σελίδες, τις περισσότερες φορές επιτυγχάνει του σκοπού του· γίνεται ξεφτέρι, εγγαστρίμυθος της βιβλιοθήκης, κοκόρι με δανεικό λειρί, εντολοδόχος ενός υπερεγώ πού επιβάλλει τη γνώση σαν pensum, αυνάν της αύτοδιδαχής, διαλαλητής ξένης πραμάτειας, κτλ. Φυσικά αυτός ό τύπος άνθρωπου, πού σπεύδει να σπουδάσει για να επαληθεύει άλλη μια φορά ότι ή πολλή σπουδή διαλύει τα αδύναμα μυαλά, δε λαβαίνει σοβαρά υπόψη του το μόνο σοβαρό: ότι το πνεύμα, ακόμα κι αν ανθεί στις βιβλιοθήκες, δεν είναι ποτέ δημιούργημα των βιβλιοθηκών. Κι όταν μιλάμε για πνεύμα δεν εννοούμε τη γνωστική σχέση, το μόνο εύκολο, αλλά έναν κλονισμό πού επέχει θέση αποκαλυπτικού βιώματος και συνάπτει κανονικούς δεσμούς αίματος.

Advertisements
Ἀναρτήθηκε στὸ Δοκίμιο | Σχολιάστε

Η φιλελεύθερη και η μαρξιστική ερμηνεία του Διαφωτισμού

Salon_de_Madame_Geoffrin

Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Τόμος Α. Εκδόσεις Θεμέλιο

Από τη μυθολογία του φιλελευθερισμού προέρχεται, πρώτα – πρώτα, η ταύτιση του Διαφωτισμού γενικά με την ηθική-κανονιστική του εκδοχή. Η φιλελεύθερη αντίληψη παραιτείται κάποτε από την ταύτιση του Διαφωτισμού με την εποχή του, (ήδη ο Kant, ο οποίος χαρακτηρίζει κάποτε την εποχή του «πεφωτισμένη κάνει διάκριση ανάμεσα σε μια «πεφωτισμένη εποχή» και σε μιαν εποχή του Διαφωτισμού») αφού μάλιστα στη διηνεκή παρουσία ενός επικίνδυνου «σκοταδιστή» αντιπάλου βρίσκει την αυτοδικαίωσή της. Ιδεολογικά θανάσιμος θα ήταν, όμως, γι’ αυτήν κάθε προγραμματικός διαχωρισμός του Διαφωτισμού (με την έννοια της εμμενούς ερμηνείας του κόσμου) από ορισμένα ιδεώδη και συνθήματα, τα οποία ωστόσο, όπως παρατηρήσαμε, ούτε σε λογική ούτε σε ιστορική αναγκαία σχέση βρίσκονται με την ερμηνεία τούτη. Στη φιλελεύθερη ορολογία ο «Διαφωτισμός» δεν μπορεί, λοιπόν, να χρησιμοποιηθεί ποτέ ως απλός τεχνικός όρος, και μάλιστα όχι μόνο εξαιτίας της ταύτισής του με ορισμένες κανονιστικές αρχές, αλλά και εξαιτίας της φιλελεύθερης πεποίθησης ότι οι τελευταίες δεν είναι μόνο τυπικές και επομένως πρακτικά μη δεσμευτικές, αλλά έχουν περιεχόμενο πρόδηλο – εκείνο δηλαδή που εκάστοτε τους δίνουν οι φιλελεύθεροι. Από τη σκοπιά της ιστορικής αυτοσυνείδησης του φιλελευθερισμού, η βαθμιαία επικράτηση των αρχών αυτών παρουσιάζεται, επιπλέον, ως αυτονόητη και απαραίτητη συνέπεια της κοσμοθεωρητικής αποθεολογικοποίησης στη συνάφειά της με την αποθεολογικοποίηση την κοινωνική, ως αιώνιο κέρδος μιας τελειωτικά απελευθερωμένης ανθρωπότητας. Αυτό, ωστόσο, αποτελεί λογικό άλμα από δύο απόψεις. Πρώτα-πρώτα, είναι δυνατόν η αποθεολογικοποίηση της κοσμοθεωρίας και της κοινωνίας να ενισχύσει εντελώς διαφορετικές κανονιστικές αρχές (και μορφές κυριαρχίας) από τις φιλελεύθερες (η δυνατότητα αυτή έχει γίνει στο μεταξύ πραγματικότητα σε μεγάλο μέρος του πλανήτη μας)· και δεύτερο, η συνεπής αποθεολογικοποίηση μπορεί να καταλήξει σε σχετικιστικά ή και μηδενιστικά συμπεράσματα. Για τη φιλελεύθερη μυθολογία σχετικά με το διαφωτισμό θα πρέπει να είναι πικρή ειρωνεία το ότι ο μηδενισμός των Νέων Χρόνων ακριβώς στην εποχή του Διαφωτισμού γνώρισε την πιο συνεπή και προγραμματική του διατύπωση, προπαντός χάρη στους LaMettrie και deSade. Εύλογο είναι να θεωρούνται τέτοια φαινόμενα, για προφανείς ψυχολογικές και ιδεολογικές αιτίες, εκτρωματικά ή ασήμαντα, ωστόσο η επιστημονική σύλληψη του Διαφωτισμού παραβλάπτεται απ’ αυτό, αφού μπορεί να καταδειχθεί ότι τα παραπάνω φαινόμενα, ανεξάρτητα από την αριθμητική τους ισχύ, αποτελούν τη λογική απόληξη τάσεων, οι οποίες συναντιούνται και σε ηθικολόγους διαφωτιστές και χρησιμοποιήθηκαν απ’ αυτούς ως όπλα εναντίον της παραδοσιακής θεολογίας. Ακριβώς αυτό οφείλει να αμφισβητήσει η φιλελεύθερη αντίληψη για το Διαφωτισμό: ότι οι κοσμοθεωρητικές-οντολογικές προϋποθέσεις των δικών της κανονιστικών αρχών (π.χ. το πρωτείο της ανθρωπολογίας έναντι στη θεολογία, όταν πάρει τη μορφή ανοιχτού αθεϊσμού) θα ήταν δυνατόν να συνεπάγονται την απόρριψη κάθε κανονιστικής αρχής.

Η μαρξιστική (και μαρξιστική-λενινιστική) ερμηνεία του Διαφωτισμού εμπλέκεται σε παρόμοιες δυσκολίες στο βαθμό που τονίζει αποκλειστικά την ηθική-κανονιστική άποψη της εποχής του Διαφωτισμού, θεωρώντας τον ιδεολογία της αστικής τάξης και παίρνοντάς τον στην ονομαστική του αξία, για να μπορέσει έτσι να επιρρίψει στην αστική τάξη προδοσία στα ίδια της τα ιδεώδη. Ο Διαφωτισμός αποτελεί, όπως λέγεται, την κοσμοθεωρητική σημαία της ανερχόμενης αστικής τάξης, που υποστέλλεται από τη νικηφόρα και συντηρητική πια αστική τάξη· η κληρονομιά του Διαφωτισμού περνά, έτσι, στον μαρξισμό, για να δώσει αυτός σάρκα και οστά στα ιδεώδη εκείνα, που η αστική τάξη εξήγγειλε τυπικά μόνον, αν και στο όνομα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Στην αντίληψη αυτή γίνεται λόγος για δυο διαδοχικές ιστορικές εποχές. Ο μαρξισμός πρέπει δηλαδή να θεωρήσει το Διαφωτισμό αυτοτελή εποχή, γιατί κι ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κεντρικό κίνημα μια ολόκληρης ιστορικής εποχής, η οποία, σύμφωνα με το σχήμα της ανοδικής ιστορικής πορείας, ακολουθεί μια προγενέστερη και ατελέστερη. Από την άλλη μεριά, ο μαρξισμός, ως χειραφετητικό κίνημα, δεν θα μπορούσε ποτέ να παρουσιαστεί ως κληρονόμος του αστικού Διαφωτισμού, αν ο τελευταίος δεν ταυτιζόταν με ορισμένες γενικά αποδεκτές κανονιστικές αρχές, που, καθώς λέγεται, η αστική τάξη τις ασπαζόταν τυπικά μόνο. Απ’ αυτό προκύπτει η διπλή στάση του μαρξισμού απέναντι στο Διαφωτισμό: στο βαθμό που θεωρεί τον εαυτό του υπέρβαση του Διαφωτισμού και φορέα μιας νέας, μετααστικής ιστορικής εποχής, ταυτίζει το Διαφωτισμό με την αστική τάξη· και στο βαθμό που παρουσιάζεται ο ίδιος ως τελείωση του Διαφωτισμού, οικειοποιείται την κανονιστική (χειραφετητική) εκδοχή του τελευταίου.

Και οι δυο αντιλήψεις είναι αβάσιμες, τόσο κοινωνιολογικά όσο και από την άποψη της ιστορίας των ιδεών. Η ταύτιση Διαφωτισμού και αστικής τάξης δεν παίρνει υπόψη της το γεγονός ότι – μολονότι ακριβώς η άνοδος της αστικής τάξης και η συνεπούμενη μείωση της κοινωνικής ισχύος της Εκκλησίας και της θεολογίας δημιούργησε προϋποθέσεις για την εμφάνιση του νεώτερου υλισμού και αθεϊσμού – η ίδια η αστική τάξη, στο σύνολό της, φερόταν πάντοτε δύσπιστα και αρνητικά απέναντι σε τέτοιες τάσεις, πιστεύοντας ότι τη ζημίωναν ή την εξέθεταν, και προτιμώντας αμφίρροπες δυαρχικές θέσεις. Η οξεία κριτική του Voltaire, κι ακόμη του Diderot, σε υλιστές όπως ο LaMettrie και ο Helvetius εκφράζει ακριβώς αυτή την ανησυχία των αστών. Η μαρξιστική, όμως, ερμηνεία θεωρεί τον υλισμό ως πραγματική επαναστατική δύναμη του αστικού Διαφωτισμού, πράγμα που συναρτάται με την αυτοσυνείδηση του υλιστικού μαρξισμού ως κληρονόμου των καλύτερων παραδόσεων του τελευταίου. Ερχόμαστε, έτσι, στη δεύτερη από τις παραπάνω δύο αντιλήψεις, στην οποία και μπορούν να αντιταχθούν τρία σημεία. Πρώτον, αν υπήρχε αναγκαία συνάφεια ανάμεσα σε υλισμό και «προοδευτικότητα» – όχι μόνο με αντιθεολογική, αλλά προπαντός με ηθική-κανονιστική έννοια-, τότε θα έπρεπε να καταδειχθεί ότι οι υλιστές ήταν «δημοκρατικότεροι» από άλλους διαφωτιστές. Αυτό δεν συμβαίνει. Ο Holbach, π.χ., δεν είναι διόλου δημοκρατικότερος απ’ ό,τι, λ.χ., ο Voltaire, ενώ αντίστροφα ο δημοκράτης Rousseau καταπολεμά με πάθος τον υλισμό και τον αθεϊσμό. Δεύτερον, εξαιτίας της ιδεολογικά επιθυμητής συνάφειας υλισμού και προοδευτικότητας (με ηθική-κανονιστική έννοια), η μαρξιστική αντίληψη αναγκάζεται να αρνηθεί ότι οι υλιστές κατέληξαν στον μηδενισμό (στην περίπτωση του La Mettrie, π.χ., τα κείμενα βιάζονται) και, αντίστροφα, θεωρεί τον σκεπτικισμό ως απλό προστάδιο του υλισμού. Επιπλέον δεν διερευνάται το πρόβλημα αν υλιστές, που στην κοινωνική και ηθική τους φιλοσοφία αποδέχονται κανονιστικές αρχές, είναι συνεπείς, αν δηλαδή η αποδοχή αυτή βρίσκεται σε λογική συμφωνία με τη μεταφυσική τους αφετηρία. Τρίτον, αφού ο μαρξισμός παρουσιάζεται όχι μόνον ως συνέχιση αλλά και ως υπέρβαση του διαφωτιστικού υλισμού, ο τελευταίος οφείλει να χαρακτηριστεί ατελής, δηλαδή μη διαλεκτικός ή μηχανιστικός, οπότε ως πηγή του μηχανιστικού θεωρείται ο Descartes. Η ανάλυσή μας θα δείξει, απεναντίας, ότι ο υλισμός του 18ου αιώνα θεμελιώθηκε ακριβώς πάνω στην απόρριψη του καρτεσιανού μηχανικισμού.

Ἀναρτήθηκε στὸ Δοκίμιο | 1 σχόλιο

Η λογική ως πολιτικό πρόταγμα

trees wood

Του Αρίστου Δοξιάδη

Καθώς καταλαγιάζει το σοκ από την κρίση, και υποχωρεί η αίσθηση της έκτακτης ανάγκης, πολλοί είναι αυτοί που προτείνουν να γυρίσουμε στις παλιές διαχωριστικές γραμμές της πολιτικής. Να επιλέξουν οι πολίτες δεξιά/αριστερά, ή έστω κεντροδεξιά/κεντροαριστερά, και ειδικότερα για την οικονομία, φιλελεύθερες ή σοσιαλδημοκρατικές συνταγές. Και να αφήσουν κατά μέρος τις εκκλήσεις για την πολιτική του «αυτονόητου» ή της «κοινής λογικής». Οσο κι αν φαίνονται εύλογα τα επιχειρήματα, η εμμονή σε αυτές τις σταθερές διαχωριστικές κρύβει μια μεγάλη παγίδα. Οτι δηλαδή, όπως στο παρελθόν, οι διαμάχες για το «πρόσημο» των πολιτικών θα είναι προπέτασμα καπνού για να κάνουν τη δουλειά τους οι ομάδες συμφερόντων που καρπώνονται τα χρήματα και τα προνόμια, ανεξάρτητα από διακηρύξεις και νόμους.

Ας το πούμε άλλη μια φορά: Η Ελλάδα δεν είναι ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος. Στη Δυτική Ευρώπη, όσο έντονες κι αν είναι οι πολιτικές διαμάχες, το κράτος λειτουργεί σε γενικές γραμμές ως εργαλείο που εφαρμόζει τη βούληση της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, όπως αυτή εκφράζεται από το νομοθετικό έργο. Φυσικά υπάρχουν κοινωνικά συμφέροντα που συγκρούονται στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού, αλλά όταν ψηφιστεί ένας νόμος μια «βεμπεριανή» γραφειοκρατία κινείται για να τον κάνει πράξη περίπου όπως τον σχεδίασε η Βουλή. Με αυτή την έννοια, το δυτικό κράτος λειτουργεί λογικά. Τίθενται ρητά ορισμένοι στόχοι από την πολιτική ηγεσία. Ψηφίζονται νόμοι σχεδιασμένοι για να τους υπηρετήσουν. Βρίσκονται χρήματα και άνθρωποι, και ορίζονται οι ρόλοι τους. Οι αρμόδιοι κάνουν τις καθημερινές ενέργειες που χρειάζονται να εφαρμοστεί ο νόμος. Τα αποτελέσματα των ενεργειών μετριούνται και αξιολογούνται. Αν υπάρχουν αστοχίες ή απρόβλεπτες παρενέργειες, λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα.

Το ελληνικό κράτος δεν λειτουργούσε ποτέ έτσι. Το ξέρουμε από την καθημερινή εμπειρία, προκύπτει και από σωρεία δεικτών. Τα αποτελέσματα των δημόσιων πολιτικών είναι εντελώς αναντίστοιχα με τις ρητές διακηρύξεις των πολιτικών και με τις εισηγητικές εκθέσεις των νόμων. Είναι συνήθως αναντίστοιχα και με τα χρήματα που δαπανώνται για αυτές. Δαπανούσαμε για κοινωνικά επιδόματα όσο οι άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με στόχο δήθεν τη στήριξη των αδύναμων, αφού τα περισσότερα θεσπίστηκαν από το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ. Αλλά αυτά δεν πήγαιναν στους αδύναμους, με αποτέλεσμα ο αριθμός των φτωχών να μην επηρεάζεται από τις κοινωνικές δαπάνες. Δαπανούμε σε συντάξεις, ακόμα και τώρα, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά του ΑΕΠ (17%), αλλά έχουμε σχεδόν τους περισσότερους φτωχούς ηλικιωμένους. Εχουμε τους περισσότερους καθηγητές γυμνασίου (125 για κάθε 1.000 μαθητές), αλλά τα χειρότερα αποτελέσματα στις διεθνείς εξετάσεις μαθηματικών και γραμματικής. Εχουμε τους πιο αυστηρούς νόμους για τις άδειες των επιχειρήσεων, την πολεοδομία, τα φορολογικά, τα εργασιακά, και το χαμηλότερο ποσοστό συμμόρφωσης προς αυτούς. Ο Γενικός Γραμματέας που υλοποιεί κατά γράμμα τους νόμους αποπέμπεται.

Αυτά δεν συμβαίνουν από λάθος, δεν είναι ένας «θόρυβος» που μολύνει το καθαρό σήμα, δεν είναι ατέλειες σε ένα κατά τα άλλα λογικό σύστημα. Οι ατέλειες είναι το σύστημα. Οι υπηρεσίες του κράτους λειτουργούν είτε για τους υπαλλήλους τους, είτε για συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες, είτε για διαπλεκόμενους επιχειρηματίες, και μόνο παρεμπιπτόντως για τον γενικό πληθυσμό, ή έστω για μια ολόκληρη τάξη. Ετσι οι δημόσιες πολιτικές, ό,τι «πρόσημο» κι αν έχουν όταν ψηφίζονται, υφαρπάζονται από επιμέρους συμφέροντα. Καμιά συλλογική στρατηγική δεν υπερισχύει, και το αποτέλεσμα είναι συνήθως η ακούσια συνισταμένη των διαφορετικών παρεμβάσεων που αλλοιώνουν τους διακηρυγμένους στόχους.

Σοσιαλδημοκρατικό κράτος δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς προϋπολογισμούς που τηρούνται, αξιολόγηση και αναμόρφωση υπηρεσιών, και κοινωνικές παροχές είτε ίσες είτε στοχευμένες στους αδύναμους. Φιλελεύθερη οικονομία δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς δικαστήρια που αποφασίζουν σε λογικό χρόνο, ξεκάθαρες χρήσεις γης, σαφές διευθυντικό δικαίωμα, σταθερή φορολογία, και γενικά κανόνες που τηρούνται. Το πρόβλημά μας στην Ελλάδα δεν είναι ποιο από τα δύο θα διαλέξουμε, αλλά ότι δεν μπορούμε να έχουμε κανένα από τα δύο.

Η πλειονότητα του πολιτικού προσωπικού, σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, χειρίζεται καλά την εξουσία της υποκρισίας και της υφαρπαγής: άλλα να λένε, άλλα να νομοθετούν, και άλλα να συμβαίνουν. Δίπλα τους υπάρχουν μερικοί «χρήσιμοι ηλίθιοι», που ειλικρινά νομίζουν ότι η πολιτική εξουσία, με αυτούς τους θεσμούς, μπορεί να εφαρμόσει κάποιο συνεκτικό πρόγραμμα, είτε σοσιαλιστικό είτε φιλελεύθερο. Και τέλος υπάρχουν οι λίγοι πραγματιστές με σχέδιο, που ξέρουν ότι το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι ένα ιδεολογικό πρόσημο, αλλά το να έχουμε κράτος που μπορεί να σχεδιάζει και να εφαρμόζει με συνέπεια τις δημόσιες πολιτικές. Μόνο αυτοί εργάζονται πραγματικά για κάποιο γενικό συμφέρον, όπως κι αν το ορίζουν.

Πολιτική της λογικής είναι οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για να υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στις διακηρύξεις, στα μέσα, και στο αποτέλεσμα. Πολιτική της υφαρπαγής είναι αυτή που υπερισχύει σήμερα σε όλα σχεδόν τα κόμματα. Η αντίθεση αυτή είναι πιο ουσιαστική στη σημερινή Ελλάδα από την ιστορική, και συχνά ψευδεπίγραφη, αντίθεση δεξιάς-αριστεράς. Εχουμε ανάγκη από ένα συγκροτημένο, διακομματικό, μέτωπο της λογικής. Και από έναν φορέα στο κέντρο του πολιτικού φάσματος που συμπυκνώνει αυτά τα προτάγματα.

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι συγγραφέας του βιβλίου «Το αόρατο ρήγμα: θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία».

Καθημερινή

Ἀναρτήθηκε στὸ Uncategorized | Σχολιάστε

Οι Η.Π.Α στην Ελλάδα 1946-1949

president harry s. truman and british prime misister winston churchill potsdam

Απόσπασμα από τη μελέτη Η Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα, 1945-9, δημοσιευμένο στο συλλογικό τόμο: Ο Ελληνικός Εμφύλιος 1943-1950 – Μελέτεςγια την πόλωση, υπό την επιμέλεια του David Close

 

Πολιτικές προοπτικές και στόχοι

Μέχρι το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ δεν διέθεταν κάτι που να μοιάζει έστω κι από μακριά με επίσημη πολιτική για την Ελλάδα. Βέβαια, από επίσημα χείλη είχαν εκφραστεί διάφορες περιστασιακές εκφράσεις συμπάθειας για τον αγώνα της ανεξαρτησίας του ελληνικού έθνους, και μετά το 1921 η Αμερική είχε δώσει σημαντική οικονομική και διοικητική υποστήριξη στις προσπάθειες της Κοινωνίας των Εθνών για την επανεγκατάσταση των Ελλήνων προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Υπήρχε ακόμα και κάποιο ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά, όπου θα μπορούσαν ίσως να διατεθούν ορισμένα αμερικανικά προϊόντα. Και πολλοί ιδιώτες Αμερικανοί ασχολούνταν με εκπαιδευτικά, ανθρωπιστικά και αρχαιολογικά προγράμματα. Ωστόσο, η Ελλάδα, όπως κι ολόκληρη η νοτιοανατολική Ευρώπη, βρισκόταν έξω από τον κύκλο των αμερικανικών συμφερόντων και οι πολιτικές εξελίξεις σ’ αυτή τη χώρα δε γεννούσαν κανένα ενδιαφέρον ή ανησυχία στην Ουάσιγκτον. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν έπρεπε ν’ αναγνωριστεί η Ελλάδα σαν ένας γενναίος, αν και μικρός σύμμαχος, η Ουάσιγκτον απέφυγε οποιαδήποτε ενεργό ανάμιξη στις ελληνικές υποθέσεις, κι αντιστάθηκε στις προσπάθειες για εξασφάλιση αμερικανικής οικονομικής βοήθειας για την ανακούφιση και ανοικοδόμηση της Ελλάδας, πέρα από τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει μέσω της UNRRA.

Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέχισαν ν’ αποφεύγουν την άμεση ανάμιξη στα κατ’ εξοχήν ελληνικά ζητήματα. Όμως, αυξανόταν συνεχώς το ενδιαφέρον τους για τις ευρύτερες πολιτικές προοπτικές, στο πλαίσιο των οποίων η Ελλάδα μπορούσε να θεωρηθεί ένα είδος πειράματος. Έτσι, ταραγμένη εξαιτίας της σοβιετικής συμπεριφοράς στην ανατολική Ευρώπη, η κυβέρνηση Τρούμαν αντιμετώπισε την ανάγκη να στηρίξει τη διακήρυξη της Γιάλτας για την απελευθερωμένη Ευρώπη, σύμφωνα με την οποία οι τρεις μεγάλοι Σύμμαχοι αναλάμβαναν να επιβλέψουν την αποκατάσταση της δημοκρατίας σε κράτη προσφάτως απελευθερωμένα από την εχθρική κατοχή. Κι έτσι, οι ΗΠΑ βοήθησαν στην επίβλεψη των βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα, συνεργαζόμενες με την Αγγλία και τη Γαλλία. Η Σοβιετική Ένωση αρνήθηκε να συμμετάσχει. Όπως ήταν φυσικό, αυτό προκάλεσε την άσκηση σημαντικής, αν και σπασμωδικής, επιρροής στην ελληνική πολιτική σκηνή, μέσω κυρίως Βρετανών αξιωματούχων, κι άνοιξε το δρόμο για ένα περισσότερο επεμβατικό ρόλο στα κατοπινά χρόνια. Επίσης, παρά την προηγούμενη αντιπάθεια για την «τυραννική τακτική» και τα «ανακατώματα» της Αγγλίας στις ελληνικές υποθέσεις, οι Αμερικανοί επίσημοι θεωρούσαν την Αγγλία ουσιαστικό στοιχείο στη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη που επιθυμούσαν να οικοδομήσουν οι ΗΠΑ. Κι έτσι, η αγγλική πολιτική στην Ελλάδα και τα Ηνωμένα Έθνη (όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε επίπεδο πολέμου λέξεων μεταξύ Λονδίνου και Μόσχας το «Ελληνικό Πρόβλημα»), αντιμετωπίστηκε με συμπάθεια στην Ουάσιγκτον. Πιο σημαντικό, όμως, ήταν το ότι η Ελλάδα έγινε αντικείμενο αμερικανικού ενδιαφέροντος μόνο όταν η κυβέρνηση Τρούμαν πείστηκε ότι ο ελληνικός πόλεμος ήταν άμεσο αποτέλεσμα της διαμάχης Ανατολής-Δύσης που είχε προκαλέσει ο σοβιετικός επεκτατισμός, κι οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να σπεύσουν σε βοήθεια της Ευρώπης. Σύμφωνα με τα λόγια Αμερικανού επισήμου, η Ελλάδα είχε γίνει «ο δοκιμαστικός σωλήνας τον οποίο παρακολουθούν οι λαοί όλου του κόσμου για να διαπιστώσουν αν η αποφασιστικότητα των Δυτικών Δυνάμεων ν’ αντισταθούν στην επιθετικότητα, είναι ίση με εκείνη του διεθνούς Κομμουνισμού που θέλει ν’ αποκτήσει νέες περιοχές και νέες βάσεις για παραπέρα επιθετικότητα. Είμαστε πεπεισμένοι ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτρέψουν την κατάκτηση της Ελλάδας, οι λαοί, και ιδίως εκείνοι της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, θα βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα και θα πληγούν από αβεβαιότητα και σύγχυση παρόμοιες μ’ εκείνες που επικρατούν στην Ελλάδα σήμερα». Με δυο λόγια, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν σκοπό να εμποδίσουν μια παραπέρα σοβιετική επέκταση, η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ένα σημαντικό πεδίο μάχης, κι ο εμφύλιός της η πρώτη μεγάλη αψιμαχία.

Τις παραμονές της ομιλίας του Προέδρου Τρούμαν στις 12 Μαρτίου 1947 (με την οποία η πολιτική της ανάσχεσης παρουσιάστηκε με πολύ θολούς και βαρύτατα ιδεολογικούς όρους), ο ξεκάθαρος στόχος της αμερικανικής κυβέρνησης θα ήταν «η ήττα των Σοβιετικών στις προσπάθειές τους να καταστρέψουν την πολιτική ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας… Κατά συνέπεια, οι ΗΠΑ πρέπει να κάνουν πλήρη χρήση της πολιτικής, οικονομικής και, αν χρειαστεί, και της στρατιωτικής δύναμής τους, μ’ όποιον τρόπο θα είναι περισσότερο πρόσφορος για να μην βρεθεί η Ελλάδα κάτω από την κυριαρχία της ΕΣΣΔ, είτε ύστερα από εξωτερική ένοπλη επίθεση, είτε μέσω κομμουνιστικών κινήσεων κατόπιν προτροπής της ΕΣΣΔ στο εσωτερικό της Ελλάδας, και εφόσον η νομίμως εκλεγμένη κυβέρνηση της Ελλάδας επιδεικνύει αποφασιστικότητα στην αντιμετώπιση μιας τέτοιας κομμουνιστικής επιθετικότητας». Και σύμφωνα μ’ όλα αυτά, οι αξιωματούχοι της Ουάσιγκτον βάλθηκαν να δημιουργήσουν τις συνθήκες που εκείνοι θεωρούσαν απαραίτητες για την επιτυχία τούτης της πολιτικής.

Rizospastis-1946-09-01

Η εφαρμογή

Πρώτα απ’ όλα, για να είναι άξια οποιουδήποτε είδους αμερικανικής υποστήριξης, η κυβέρνηση της Αθήνας έπρεπε ν’ απομακρυνθεί από τον έλεγχο της Δεξιάς και να ανατεθεί σε μια πλατιά συμμαχία αντικομμουνιστικών ομάδων που θα μπορούσε να τερματίσει τις υπερβολές των δεξιών και ν’ αποκαταστήσει μια επίφαση, έστω, νομιμότητας και δημοκρατικής διακυβέρνησης. Έγιναν λοιπόν προτροπές προς τους Έλληνες πολιτικούς να συνεργαστούν στο σχηματισμό μιας κυβέρνησης «με όσο το δυνατόν ευρύτερη βάση, όλων των πατριωτικών και υπέρ της νομιμότητας κομμάτων». Μια τέτοια πολιτική αναμόρφωση στην κορυφή, θα στερούσε από τους αντάρτες τη λαϊκή υποστήριξη και θα τους χαρακτήριζε πιο καθαρά ως εχθρούς του έθνους και όργανα του Σλαβοκομμουνισμού. Θα μπορούσε ακόμα να βάλει τέρμα στις διαιρέσεις των «εθνικοφρόνων», να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ανταρσία και να ξεκινήσει τη διαδικασία της εθνικής συμφιλίωσης και της οικονομικής ανόρθωσης. Κι ακόμα, θα έκανε την ελληνική κυβέρνηση ν’ ανταποκρίνεται πιο θετικά στις αμερικανικές συμβουλές και θα σταματούσε τις επικρίσεις που ακούγονταν στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ότι η κυβέρνηση Τρούμαν πήγαινε να βοηθήσει ένα αντιδραστικό καθεστώς.

Ακόμα όμως κι αν μπορούσε να δημιουργηθεί μια ιδανική κυβέρνηση συνασπισμού,επιτυχία της θα ήταν αμφίβολη, εφόσον θα έπρεπε να εργαστεί με μια αποθαρρημένη, καταπτοημένη, κομματικοποιημένη και ανεπαρκή κρατική γραφειοκρατία, όπως είχε ανακαλύψει ήδη με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο η βρετανική εμπειρία. Κατά συνέπεια, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του προτεινόμενου προγράμματος βοηθείας, και κυρίως στους τομείς της οικονομίας και της ασφάλειας, έπρεπε Αμερικανοί αξιωματούχοι ν’ αναλάβουν τον έλεγχο βασικών κυβερνητικών λειτουργιών στην Αθήνα. Τέλος, αφού στόχος της Ουάσιγκτον ήταν να προστατέψει την Ελλάδα ενάντια στην εξωτερική και εσωτερική κομμουνιστική επιθετικότητα, ήταν «εκ των ων ουκ άνευ» να κρατηθούν μακριά οι ξένοι εχθροί της Ελλάδας και να νικηθούν τα ντόπια παρακλάδια τους. Έτσι, οι ΗΠΑ προειδοποίησαν αυστηρά και επανειλημμένα τα καθεστώτα του Σοβιετικού Μπλοκ να μην αναγνωρίσουν την κομμουνιστική «κυβέρνηση» του βουνού, και στη συνέχεια ανέλαβαν δραστήριο ρόλο στις προσπάθειες του ΟΗΕ για εντοπισμό της ξένης βοήθειας που έπαιρναν οι Έλληνες αντάρτες. Και περισσότερο επί της ουσίας, η Ουάσιγκτον πήρε από το Λονδίνο το έργο της χρηματοδότησης, εφοδιασμού και διεύθυνσης των δυνάμεων της ελληνικής κυβέρνησης στον πόλεμό τους κατά του κομμουνιστικού Δημοκρατικού Στρατού. Και παρόλο που οι κατοπινοί επικριτές της αμερικανικής πολιτικής έχουν δίκιο όταν λένε πως οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις οικοδομήθηκαν με θέματα εσωτερικής ασφάλειας κατά νου, το επιχείρημα αυτό μάλλον δεν είναι σοβαρό: στα τέλη τ ης δεκαετίας του ’40, το καλύτερο που μπορούσε να ελπίζει κανείς ήταν να κάνει τον ελληνικό στρατό ικανό να νικήσει τον εσωτερικό εχθρό. Την αντίσταση κατά των στρατιών του Σοβιετικού Μπλοκ, μπορούσε να μελετήσει κανείς μόνο μέσα στα πλαίσια μιας εκτεταμένης σύρραξης Ανατολής-Δύσης, κατά την οποία την άμυνα της Ελλάδας θα έπρεπε να εξασφαλίσουν οι πάτρονές της. Σ’ όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι μελετούσαν στα σοβαρά την αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να υποστηρίζει την ιδέα, και το υπουργείο Άμυνας να την πολεμά. Τελικά, η αποσκίρτηση της Γιουγκοσλαβίας από το Σοβιετικό Μπλοκ και η νίκη των δυνάμεων της ελληνικής κυβέρνησης, έβαλαν τέλος στις συζητήσεις. Αν όμως δε χρειάστηκαν αμερικανικά στρατεύματα για να ηττηθούν οι αντάρτες, ο πόλεμος διεξήχθη κάτω από τα άγρυπνα βλέμματα μιας μεγάλης αμερικανικής αποστολής, η επιρροή κι ο έλεγχος της οποίας ήταν αισθητοί σε κάθε βήμα του σχεδιασμού και της εκτέλεσης των επιχειρήσεων. Αν, στα πρώτα χρόνια, οι Άγγλοι σύμβουλοι βασίζονταν στον Δαμασκηνό για την εφαρμογή του πολιτικού τους προγράμματος, οι Αμερικανοί εμπιστεύτηκαν τελικά τους στρατιωτικούς στόχους τους στον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο που, μετά τις αμφίρροπες μάχες του 1948, ανέλαβε σχεδόν δικτατορικές αρμοδιότητες και έπεισε την κυβέρνηση να θέσει σαν πρωταρχική της προτεραιότητα την πάταξη του στρατού των ανταρτών.

Αρχικά, η κρυφή φιλοδοξία της Ουάσιγκτον ήταν να εισαγάγει στην Ελλάδα σαρωτικές μεταρρυθμίσεις, κάτι σαν το «Νιου Ντιλ» του Φράνκλιν Ρούζβελτ, που θα δημιουργούσαν μια κοινωνία με μεγαλύτερη ισότητα, φιλελεύθερη-προοδευτική, και με αποτελεσματική κυβέρνηση. Σύντομα, ωστόσο, η άμεση και στενή ενασχόληση με τις ανάγκες της καταπολέμησης της ανταρσίας που επισκίαζαν όλα τ’ άλλα, μαζί με τις ατέλειωτες δυσκολίες που συναντούσαν στη «μεταφύτευση» σε ξένη γη αδοκίμαστων ιδεών «κοινωνικής μηχανικής» και την αμετακίνητη αντίδραση σε κάθε αλλαγή της ελληνικής ελίτ της εξουσίας, ανάγκασαν τους Αμερικανούς να ικανοποιηθούν με τον πολύ μέτριο στόχο της σωτηρίας της Ελλάδας από τον κομμουνισμό. Βέβαια, μια μαζική βοήθεια κάθε είδους προμήθευσε την αναγκαία βάση για μια μακροπρόθεσμη οικονομική ανάκαμψη και πολιτική σταθερότητα. Στη διπλωματική γλώσσα μιας μελέτης του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας που γράφτηκε αμέσως μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου:

Στο εσωτερικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες προώθησαν την εφαρμογή υγιών πολιτικών και κοινωνικών απόψεων σε αντίβαρο των ανατρεπτικών προσπαθειών των κομμουνιστών και ενθάρρυναν την τήρηση δημοκρατικών, συνταγματικών διαδικασιών καθώς και την προστασία των πολιτικών ελευθεριών, σε βαθμό που να μην αντιστρατεύονται την ασφάλεια του κράτους. Οι προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών για προώθηση και εφαρμογή νομοθεσίας που θα επέτρεπε τη δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών, θα βελτίωνε την αποτελεσματικότητα των ελληνικών οικονομικών και διοικητικών διαδικασιών και θα απάλλασσε την ελληνική οικονομία από μονοπωλιακές και αντιφατικές πρακτικές, υπήρξαν εν μέρει μόνο επιτυχίες.

Eleftheria-1949-08-30

Οι μέθοδοι

Μόλις η κυβέρνηση Τρούμαν πήρε την απόφαση να προμηθεύσει στην Ελλάδα βοήθεια ευρείας κλίμακας, βάλθηκε ν’ αποσπάσει τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού από τους απαρχαιωμένους συντηρητικούς του Λαϊκού Κόμματος, και να τον παραδώσει σε μια πλατιά συμμαχία υπό τον Σοφούλη, τον ηγέτη των Φιλελευθέρων. Όταν, κατά τα τέλη Αυγούστου του 1947, ο πρεσβευτής Μακβή αποδείχτηκε πολύ μαλακός και διπλωματικός για να επιτύχει το ζητούμενο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έστειλε επιτόπου έναν ανώτερο αξιωματούχο, τον Λόι Γ. Χέντερσον, ο οποίος προειδοποίησε ωμά τους Έλληνες πολιτικούς και τον βασιλιά Παύλο (που είχε διαδεχτεί τον αδελφό του Γεώργιο τον Απρίλιο του 1947) ότι αν δεν συνεργάζονταν αμέσως στο σχηματισμό της κυβέρνησης που τους είχε προταθεί, «το Κογκρέσο κι ο αμερικανικός λαός μπορούσαν ωραιότατα ν’ αρνηθούν να συνεχίσουν να ξοδεύουν την ενέργεια και τους πόρους τους σε βοήθεια για την Ελλάδα». Στις 7 Σεπτεμβρίου, ορκίστηκε καινούρια κυβέρνηση με τον Σοφούλη πρωθυπουργό και τον Τσαλδάρη να διατηρεί την αντιπροεδρία και το υπουργείο των Εξωτερικών. Από εκεί καιμετά, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι μπορούσαν να θεωρούν δεδομένο ότι οι Έλληνεςπολιτικοί και τα Ανάκτορα -κι ας συνεχίστηκαν οι διαφωνίες κι οι εναλλαγές υπουργών θαεκτελούσαν τα προστάγματα της Ουάσιγκτον, στη θεωρία τουλάχιστον.

Αντίθετα από τους Άγγλους, που είχαν προσπαθήσει να καθοδηγήσουν τις εξελίξεις στην Ελλάδα περιορίζοντας τις πιέσεις τους στην κυβέρνηση, οι Αμερικανοί ήταν διατεθειμένοι ν’ αποκτήσουν τον άμεσο έλεγχο νευραλγικών τομέων της κρατικής γραφειοκρατίας, για να εξασφαλίσουν τη σωστή λειτουργία τους σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές των ανώτατων κλιμακίων. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε μέσα από έναν αριθμό επίσημων συμφωνιών ανάμεσα στην Ελλάδα και τις ΗΠΑκαι με την προσεκτική κατανομήαρμοδιοτήτων ανάμεσα στον πρεσβευτή των ΗΠΑ και τον επικεφαλής της ΑμερικανικήςΑποστολής Βοήθειας για την Ελλάδα (AMAG). Πρόσθετες, συγκεκριμένες αρμοδιότητεςανατέθηκαν απευθείας στο Κοινό Αμερικανικό Επιτελείο Στρατιωτικών Συμβούλων καιΟμάδας Σχεδιασμού (JUSMAPG). Με όλα αυτά, παρόλο που στους τομείς των δαπανών,εσόδων, νομίσματος, εμπορίου, κ.λπ., η οικονομική επιτροπή είχε τον πρώτο λόγο, οκατάλογος των αρμοδιοτήτων της πρεσβείας κάθε άλλο παρά αμελητέος ήταν. Ήτανυπεύθυνη για:

α) Κάθε ενέργεια των εκπροσώπων των ΗΠΑ σε σχέση με μεταβολές στην ελληνική κυβέρνηση,

β) Κάθε ενέργεια από εκπροσώπους των ΗΠΑ για μεταβολές ή αποτροπή μεταβολών στην ανώτατη διοίκηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων,

γ) Κάθε ουσιαστική αύξηση ή μείωση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων,

δ) Κάθε διαφωνία με τις ελληνικές ή τις αγγλικές αρχές που, άσχετα με την προέλευσή της θα μπορούσε να βλάψει τη συνεργασία ανάμεσα στους Αμερικανούς αξιωματούχους στην Ελλάδα και τους Έλληνες ή τους Άγγλους επισήμους,

ε) Κάθε σημαντικό ζήτημα σχετικό με τις σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, τα Ηνωμένα Έθνη, ή οποιαδήποτε ξένη χ ώρα άλλη από τις Η ΠΑ.

στ) Κάθε σημαντικό ζήτημα αναφορικά με την πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στα ελληνικά κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα ανατρεπτικά στοιχεία, τις αντάρτικεςστρατιωτικές δυνάμεις κ.λπ., συμπεριλαμβανομένων και των ζητημάτων αμνηστίαςτιμωρίας, και τα παρόμοια,

ζ) Κάθε ζήτημα που θα αναφέρεται στη διενέργεια εκλογών στην Ελλάδα.

Όταν ο επικεφαλής της οικονομικής αποστολής Ντουάιτ Γκρίζουολντ κατηγορήθηκε επειδήέγινε -για τα μάτια ορισμένων, τουλάχιστον – ο «πιο ισχυρός άνθρωπος στην Ελλάδα»,εκείνος αποκρίθηκε: «Πιστεύω πως ήταν πρόθεση του Κογκρέσου η Αποστολή αυτή να ενεργεί διακριτικά αλλά και με πυγμή, για να βοηθήσει στην αποκατάσταση της Ελλάδας έτσι που να σταματήσουμε εδώ τον Κομμουνισμό. Το Κογκρέσο είχε επίσης την πρόθεση -και μέλη του που μας επισκέφτηκαν εδώ το υπογράμμισαν- η Αποστολή να ασκεί αυστηρούς ελέγχους στις δαπάνες αμερικανικών και ελληνικών κεφαλαίων. Αυτό, προϋποθέτει ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις, και δεν βλέπω να κερδίζουμε τίποτα προσποιούμενοι πως πρόκειται για κάτι άλλο».

Πέρα από τις επίσημες δομές του ελληνικού κράτους, αφιερώθηκε ιδιαίτερη προσοχή στις συνδικαλιστικές οργανώσεις οι οποίες, αν και παραδοσιακά υπόκεινταν στη χειραγώγηση του κράτους παρέμεναν, όπως ήταν φυσικό, ευάλωτες στον ακτιβισμό της Αριστεράς και κατά συνέπεια ικανές να παρεμποδίζουν τις προσπάθειες της αμερικανικής και της ελληνικής κυβέρνησης για σταθεροποίηση και ενίσχυση της οικονομίας. Με τους αξιωματούχους της πρεσβείας συνεργάστηκαν εκπρόσωποι της Αμερικανικής Εργατικής Ομοσπονδίας (AFL), του Συνεδρίου Βιομηχανικών Οργανισμών (CIO), και της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελεύθερων Εργατικών Συνδικάτων (ICFTU), για να κατανικηθούν απόπειρες να περάσει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας και οι συνδεδεμένες μ’ αυτήν οργανώσεις κάτω από κομμουνιστική ηγεσία .

Όπως ήταν φυσικό, εκείνοι που χάραζαν την αμερικανική πολιτική αντιμετώπιζαν την κατανίκηση της ανταρσίας σαν τη λυδία λίθο των προσπαθειών τους στην Ελλάδα. Μετά το 1947, παρόλο που μια μικρή αγγλική στρατιωτική αποστολή παρέμεινε στην Ελλάδα, ο ρόλος της συρρικνώθηκε ουσιαστικά σε μια συμβολική παρουσία που βασικά είχε εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Από τότε, η JUSMAPG ανέλαβε την αρμοδιότητα -σε στενή συνεργασία με την ανώτερη στρατιωτική αρχή των ΗΠΑ- να αποφασίζει για το επιθυμητό μέγεθος και τον ανάλογο εξοπλισμό του ελληνικού στρατού, τη σωστή του οργάνωση και δομή, τους βασικούς διοικητές του και τα σχέδια για τις μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις του. Ο αρχηγός της αποστολής, στρατηγός Τζέιμς Βαν Φλητ, συχνά με πολύ καυστική γλώσσα, κριτικάριζε διοικητές στο πεδίο της μάχης για την απόδοση των αντρών τους και βομβάρδιζε τον στρατηγό Παπάγο με συμβουλές και παράπονα. Ακόμα και τον Φεβρουάριο του 1949, στους τελευταίους δηλαδή μήνες του εμφυλίου, ο Βαν Φλητ θα ενημέρωνε τον Παπάγο ότι: . «…μέχρι σήμερα τα αποτελέσματα δεν είναι ανάλογα με τα δαπανηθέντα κεφάλαια και τις διαθέσιμες δυνάμεις. Ειδικότερα, η έλλειψη επιθετικότητας και αποφασιστικότητας απέναντι στον εχθρό, σε συνδυασμό με την αποτυχία συμμόρφωσης και εφαρμογής των διαταγών, επηρέασαν τις επιχειρήσεις αρνητικά, περισσότερο από κάθε άλλον παράγοντα. Πάρα πολλοί διοικητές, πάρα πολύ συχνά, δεν αναλαμβάνουν αποφασιστική δράση σύμφωνα με την αποστολή τους και την κατάσταση του εχθρού»

Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματικοί προσκολλούνταν συχνά σε μεγάλες ελληνικές μονάδες και παρακολουθούσαν περιοδικώς μάχες από κοντά. Τα προβλήματα που κατέτρυχαν τις κυβερνητικές δυνάμεις στις πρώτες φάσεις του εμφυλίου πολέμου ήταν πολλά και περίπλοκα. Οι Αμερικανοί επίσημοι είχαν φανερά κάθε λόγο να είναι δυσαρεστημένοι με το ρυθμό που προχωρούσε η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του στρατού απέναντι στους πολύ λιγότερους κι ελαφρότερα οπλισμένους αντάρτες. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι αμερικανικές πιέσεις, που μείωσαν τις πολιτικές επεμβάσεις σε στρατιωτικά ζητήματα, σε συνδυασμό με τα καλύτερα και άφθονα όπλα που προμήθευσαν οι Αμερικανοί, συνέβαλαν στη νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων. Εκείνο όμως που ο Βαν Φλητ κι οι συνάδελφοί του δεν μπορούσαν να καταλάβουν, ήταν οι ψυχολογικές επιπτώσεις του πολέμου στο σύνολο των Ελλήνων, και κυρίως σ’ όσους φορούσαν στολή. Ένας εμφύλιος πόλεμος είναι μια μοναδικά στρεβλωτική εμπειρία για ολόκληρο το έθνος, και είναι μοιραίο να επηρεάζει αρνητικά το ηθικό των στρατιωτών και την απόδοσή τους. Πιο απλά, οι Έλληνες διοικητές κι οι Αμερικανοί σύμβουλοί τους ήταν εξίσου ανέτοιμοι για να νικήσουν έναν εχθρό που χρησιμοποιούσε τακτικές ανταρτοπόλεμου σ’ ένα δύσβατο πεδίο όπως το ελληνικό, και βρισκόταν πολύ κοντά σε κράτη που πρόσφεραν καταφύγιο κι υποστήριξη στους αντάρτες62. Τελικά, η βελτίωση του ηθικού, της εκπαίδευσης, της δύναμης πυρός και της τακτικής του κυβερνητικού στρατιώτη, μαζί με τη στροφή των ανταρτών στις στατικές μάχες, τις ελλείψεις τους σε εφόδια και το κλείσιμο των γιουγκοσλαβικών συνόρων, ήταν οι παράγοντες που έκριναν την έκβαση του πολέμου.

Greek Civil War

Ανακεφαλαίωση

 Κάθε προσπάθεια να εκτιμηθεί η επίδραση της αγγλικής και της αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, είναι μοιραίο να χρωματίζεται έντονα από υποκειμενικότητα και ιδεολογικές τοποθετήσεις. Στο τέλος, η συζήτηση εκφυλίζεται σε υποθέσεις για το τι θα γινόταν στην Ελλάδα αν δεν είχαν επέμβει η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, αυτοί που βλέπουν τον Δημοκρατικό Στρατό σαν παράγωγο της δεξιάς τρομοκρατίας και δεν πιστεύουν ότι στη μετά τη Βάρκιζα περίοδο το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε σκοπό την κατάληψη της εξουσίας με τη βία, θεωρούσαν πως η αγγλοαμερικανική επέμβαση εμπόδισε την πραγματοποίηση των νόμιμων πόθων της κυρίαρχης πολιτικής δύναμης της χώρας, και διέκοψε την πρόοδο προς μια αληθινά δημοκρατική κοινωνία. Άλλοι θεωρούν ότι η Αγγλία και οι ΗΠΑ εμπόδισαν συνδυασμένες προσπάθειες να υποταχθεί η Ελλάδα στην κομμουνιστική τυραννία και τη σοβιετική κυριαρχία, κι επέτρεψαν στη χώρα να διατηρήσει την ανεξαρτησία της και τον -κατά βάση- δημοκρατικό χαρακτήρα της. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο αντίθετες ερμηνείες, βρίσκονται αμέτρητες άλλες παραλλαγές αναφορικά με την κρίση μετά τη Βάρκιζα και τις πιθανότητες επίλυσής της χωρίς την αγγλοαμερικανική ανάμιξη. Όπως κι αν έχει το πράγμα, σαράντα χρόνια μετά την ήττα της ανταρσίας, ο κύριος όγκος των υπαρχόντων στοιχείων φαίνεται πως υποστηρίζει ορισμένα συμπεράσματα που μπορούν να ανακεφαλαιωθούν ως εξής:

Στην απόφασή τους να επέμβουν στις ελληνικές υποθέσεις, η Αγγλία και οι ΗΠΑ σπρώχτηκαν από τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, και κυρίως από το φόβο σοβιετικής επέκτασης στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Μόλο που είναι λανθασμένη η θεώρηση ότι ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε ύστερα από σοβιετική παρακίνηση, όταν ο συλλογισμός αυτός γινόταν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 έδειχνε να υποστηρίζεται από τις εξελίξεις που σημειώνονταν αλλού. Την ίδια στιγμή, κι οι δυο δυτικές κυβερνήσεις πίστευαν ειλικρινά ότι η πολιτική τους υπηρετούσε τα συμφέροντα της Ελλάδας και ωφελούσε το ελληνικό έθνος. Απ’ την άλλη, έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα των ηγετών τους να δώσουν λύσεις στα δεινά της χώρας, οι περισσότεροι Έλληνες καλοδέχτηκαν την αγγλοαμερικανική επέμβαση όχι μόνο επειδή έφερνε μαζί της υλική βοήθεια, αλλά και σαν συμπαγή απόδειξη ότι η Ελλάδα παρέμενε σημαντικός παράγοντας για τις δυο παραδοσιακά φιλικές δυνάμεις που βρίσκονταν τώρα επικεφαλής του Δυτικού Κόσμου. Κι ακόμα, εκτός από την άκρα Αριστερά, οι Έλληνες πολιτικοί ηγέτες επιδίωκαν να γίνει πιο βαθιά η αγγλοαμερικανική ανάμιξη στη χώρα τους, και την εκμεταλλεύονταν προς όφελος των κομματικών συμφερόντων τους.

Στην απόφασή τους να επέμβουν στις ελληνικές υποθέσεις, η Αγγλία και οι ΗΠΑ σπρώχτηκαν από τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, και κυρίως από το φόβο σοβιετικής επέκτασης στην ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Μόλο που είναι λανθασμένη η θεώρηση ότι ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε ύστερα από σοβιετική παρακίνηση, όταν ο συλλογισμός αυτός γινόταν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 έδειχνε να υποστηρίζεται από τις εξελίξεις που σημειώνονταν αλλού. Την ίδια στιγμή, κι οι δυο δυτικές κυβερνήσεις πίστευαν ειλικρινά ότι η πολιτική τους υπηρετούσε τα συμφέροντα της Ελλάδας και ωφελούσε το ελληνικό έθνος. Απ’ την άλλη, έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα των ηγετών τους να δώσουν λύσεις στα δεινά της χώρας, οι περισσότεροι Έλληνες καλοδέχτηκαν την αγγλοαμερικανική επέμβαση όχι μόνο επειδή έφερνε μαζί της υλική βοήθεια, αλλά και σαν συμπαγή απόδειξη ότι η Ελλάδα παρέμενε σημαντικός παράγοντας για τις δυο παραδοσιακά φιλικές δυνάμεις που βρίσκονταν τώρα επικεφαλής του Δυτικού Κόσμου. Κι ακόμα, εκτός από την άκρα Αριστερά, οι Έλληνες πολιτικοί ηγέτες επιδίωκαν να γίνει πιο βαθιά η αγγλοαμερικανική ανάμιξη στη χώρα τους, και τηνεκμεταλλεύονταν προς όφελος των κομματικών συμφερόντων τους.

Αν και τα προγράμματα για την οικονομική ανόρθωση και την ανοικοδόμηση περνούσαν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην πολεμική προσπάθεια κατά των ανταρτών, θεμελίωσαν πάντως την αξιοπρόσεκτη πρόοδο που ακολούθησε στις επόμενες δεκαετίες. Απ’ την άλλη, η ξένη υποστήριξη στις προπολεμικές ελίτ της εξουσίας, σε συνδυασμό με την πόλωση που ο εμφύλιος πόλεμος ώθησε σε νέα άκρα, κατέστρεψε την οποιαδήποτε ευκαιρία μπορεί να υπήρχε για απόλυτα αναγκαίες μεταρρυθμίσεις. Η αγγλική και αμερικανική επέμβαση επέδρασαν άθελά τους στην προώθηση αντιδημοκρατικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου και του στρατού που, απαλλαγμένος από τον πολιτικό έλεγχο, έβλεπε τον εαυτό του σαν σωτήρα του κράτους και ρυθμιστή της νομιμότητας. Κάτω από τις πιέσεις του εμφυλίου πολέμου και της επίμονης επέμβασης Άγγλων και Αμερικανών αξιωματούχων, υπονομεύτηκε κι άλλο η ελληνική κυριαρχία και ανεξαρτησία, καθώς κι η εμπιστοσύνη των Ελλήνων στον εαυτό τους, ενώ τους γεννήθηκε ένα αίσθημα δουλικότητας απέναντι στους ξένους πάτρονες. Με δυο λόγια, η ανάμιξη της Αγγλίας και των ΗΠΑ στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο επέδρασε τόσο αρνητικά όσο και θετικά στο χαρακτήρα και την παραπέρα ανάπτυξη των ελληνικών κρατικών θεσμών και της κοινωνικής τάξης πραγμάτων.

 

Ο Ιωάννης Ο. Ιατρίδης είναι καθηγητής της Διεθνούς Πολιτικής στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Σάουθερν Κονέκτικατ, κι έχει παραδώσει μαθήματα για τη σύγχρονη Ελλάδα στο Χάρβαρντ, το Γιέιλ και το Πρίνστον. Ανάμεσα στα έργα που έχει συγγράψει ή επιμεληθεί, περιλαμβάνονται και τα: «Το Βαλκανικό Τρίγωνο» (1968), «Εξέγερση στηνΑθήνα» ( 1972), «Οι Αναφορές τσυ Πρεσβευτή Μακβή» (1980), «ΕλληνοαμερικανικέςΣχέσεις – Μια κριτική επισκόπηση» (1980), «Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’40» (1981).Ασχολείται με ερευνητικά προγράμματα που αφορούν στον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο και την Ελλάδα στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Ἀναρτήθηκε στὸ Ιστορία | 2 Σχόλια

Από το 1985 προβλέπονταν η πτώχευση

surrealistic-photography-by-tommy-ingberg

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Η ελληνική πορεία προς την πτώχευση όχι μόνον ήταν γνωστή και επαρκώς αιτιολογημένη με αλλεπάλληλα υπομνήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και διεθνών οργανισμών προς τις ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά είχε επισημανθεί στον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου το 1985 από τα πιο επίσημα και έγκυρα χείλη: αυτά του τότε διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Δημήτρη Χαλικιά.

Και για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, αναφέρουμε τα όσα είπε ο τότε διοικητής της ΤτΕ στον συνάδελφο Περικλή Βασιλόπουλο σε μία συζήτηση-εξομολόγηση η οποία δημοσιεύθηκε στον Οικονομικό Ταχυδρόμο στο τεύχος της 8ης Ιανουαρίου 1988 Χωρίς περιστροφές, ο κ.Δ.Χαλικιάς περιγράφει πώς το καλοκαίρι του 1985 η χώρα έφθασε στο χείλος της κατάρρευσης, γεγονός που υποχρέωσε την κυβέρνηση Αν.Παπανδρέου να ζητήσει σταθεροποιητικό δάνειο από την ΕΟΚ, τους όρους του οποίου ουδέποτε ετήρησε. Μάλιστα, για να πάρει το δάνειο αυτό, ο τότε πρωθυπουργός ανέθεσε τα ηνία της οικονομίας στον κ. Κ.Σημίτη, ο οποίος έχαιρε της εμπιστοσύνης των εταίρων μας, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του κ.Γεράσιμο Αρσένη.

Την περίοδο αυτή, ο Δ.Χαλικιάς χαρακτήρισε ως την πιο δραματική στιγμή της πολυετούς θητείας του στην Τράπεζα της Ελλάδος, επισημαίνοντας τα εξής:

«Το καλοκαίρι του 1985, λίγο πριν τις εκλογές του Ιουνίου, ζήτησα να δω τον τότε πρωθυπουργό κ.Ανδρέα Γ.Παπανδρέου. Το έκανα σπανίως, αλλά η επικοινωνία μαζί του ήταν πάντοτε ουσιαστική. Με δύο λέξεις καταλάβαινε τα πάντα. Τού είπα: Κύριε πρόεδρε, αν συνεχίσουμε την ίδια πορεία θα χρεοκοπήσουμε. Θα έχουμε στάση πληρωμών. Το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών πλησιάζει το 10% του ΑΕΠ και η Τράπεζα συντόμως δεν θα έχει ταμείο να πληρώσει. Χρειάζεται να σχεδιάσετε ένα πρόγραμμα σταθεροποιησης της οικονομίας.

»Μετά τις εκλογές, ο πρωθυπουργός μού ζήτησε να τού υποβάλω μία έκθεση με τις απόψεις μου, πράγμα που έκανα. Όταν την διάβασε μού τηλεφώνησε και μού ζήτησε να εγχειρίσω μία φωτοτυπία στον κ.Σημίτη, που είχε ήδη αναλάβει υπουργός Εθνικής Οικονομίας. Ανάμεσα στον Οκτώβριο του 1985 και τον Φεβρουάριο του 1986 πέρασα μερικούς από τους πιο δύσκολους μήνες της θητείας μου. Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Τράπεζας της Ελλάδος είχαν πέσει κάτω από το ελάχιστο όριο ασφαλείας. Αν και γενικά την δεκαετία του 1980 το επίπεδο των διαθεσίμων ήταν γύρω στο 1 δισεκατομμύριο δολλάρια, είχαμε φθάσει μόλις στα 350 εκατομμύρια δολλάρία. Εάν δεν παίρναμε τον Φεβρουάριο του 1986 την πρώτη δόση του δανείου από την ΕΟΚ και εάν δεν είχαμε το σταθεροποιητικό πρόγραμμα Σημίτη, θα βαδίζαμε ευθέως στην κατάρρευση και την χρεοκοπία. Δεν είχαμε λεφτά να πληρώσουμε τις εισαγωγές μας. Δεν θα επρόκειτο για συναλλαγματική κρίση της δραχμής, όπως αυτές που γνωρίσαμε τον Μάϊο του 1994 ή τον Νοέμβριο του 1997, αλλά για κάτι πολύ χειρότερο. Αδυναμία κάλυψης των εξωτερικών πληρωμών της χώρας…».

Για την ιστορία σημειώνουμε ότι παρόμοιες επισημάνσεις έγιναν προς τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ.Ζακ Ντελόρ το 1994 με την γνωστή επιστολή του, από την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων υπό τον καθηγητή Άγγελο Αγγελόπουλο το 1990 ύστερα από ενθάρρυνση του τότε πρωθυπουργού της Οικουμενικής Ξεν. Ζολώτα. Επίσης, από το 1995 έως το 2003 ακολούθησαν 16 κοινοτικές και διεθνείς εκθέσεις στις οποίες απερίφραστα τονιζόταν ότι η πορεία του ελληνικού δημοσίου χρέους παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Τις τελευταίες προσπάθησαν να περιορίσουν οι κυβερνήσεις Κων. Μητσοτάκη την περίοδο 1990-1993 και Κ.Σημίτη το 1998-1999, με αποτέλεσμα να γίνουν στην Ελλάδα από τις συνδικαλιστικές μαφίες του Δημοσίου περί τις 2.500 απεργίες, συνολικού κόστους σε χαμένες ημέρες εργασίας περί τα 70 δισεκατ. ευρώ.

Κατά τα λοιπά, αναζητούνται ληστές στην χώρα!…
 
Ἀναρτήθηκε στὸ Uncategorized | Σχολιάστε

Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας κατά τον Αμβρόσιο Φραντζή

scan0002

Έναρξις της Φιλικής Εταιρείας – Σύστησις αυτής

Από της εποχής 1769, καθ’ ην εγένετο η εν Πελοποννήσω Ελληνική αποστασία ήτο σταθερώτερον εμπεφυτευμένη εις τας καρδίας πολλών και διαφόρων Ελλήνων το αίσθημα της εξαλείψεως του Οθωμανικού ζυγού, αλλ’  αι περιστάσεις δεν συνεχώρουν την πραγματικήν ενέργειαν δι’ ενός διοργανισμού, ο οποίος εδύνατο να προοδεύση δια του μέτρου μιας Εταιρείας ομοίας με εκείνην της Φιλικής, ο σκοπός της οποίας ήτον έκτοτε ενδιάθετος εις πολλών υποκειμένων επισήμων τα ψυχάς.

Μόλον ότι το Δοκίμιον του Ιω. Φιλήμονος ορίζει ρητώς τας αρχάς και τα πρόσωπα της φιλικής εταιρίας, ημείς ερευνήσαντες διεξοδικώτερον τα περί αυτής, εκρίνομεν αναγκαίον να τα εκθέσωμεν ενταύθα, ως τα παρελάβομεν από απαθή και ευσυνείδητα υποκείμενα, καλώς ειδότα άπαντα εις το αντικείμενον τούτο διατρέξαντα.

Αυτουργός, (ή μάλλον δεύτερος συνεργός) του έργου τούτου εφάνη ο εκ Βελεστίνου της Θετταλίας περίφημος Ρήγας ο Φερραίος, του οποίου τα μεν σχέδια προώδευσαν αρκετά, αλλ’ ο αείμνηστος εκείνος ανήρ προδοθείς, εφονεύθη.

Της εν έργω αποπερατωθείσης Φιλικής Εταιρίας ο σχεδιαστής εστάθη μετά ταύτα ο ηγεμών της Βλαχίας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (ο και φιραρής, δραπέτης) επωνομασθείς, όστις εγκαταλιπών τον θρόνον της ηγεμονίας του κατέφυγεν εις το Ρωσσικόν Κράτος (το 1784) διατελέσας ζων υπέργηρως μέχρι του 1817, ότε και ετελεύτησεν αφίσας μίαν μόνην θυγατέρα. Ο περί ου ο λόγος Αλ. Μαυροκορδάτος Φιραρής ανήρ ων πολυμαθής, έτι δε και εστολισμένος με ηθικάς αρετάς, αληθής φίλος του Έθνους του, ευσεβής περί τα Ανατολικά ορθόδοξα δόγματα, σεβόμενος παρά πάντων δι’ όλα αυτά, απεστρέφετο με άσπονδον μίσος εσωτερικώς την Οθωμανικής καταδυναστείαν· έχων δε πολυπειρίαν και γνώσεις πολλάς του κόσμου, ως εκ της πολυμαθείας και της φυσικής του αγχινοίας, διαμένων δε και εις Κράτος ορθόδοξον, και ενασχολούμενος περί την φιλολογίαν, και την των θείων γραφών μελέτην (ούτος εξέδωκε το τρίγλωσσον λεξικόν εις Ελληνικήν, Γαλλικήν και Ιταλικήν διάλεκτον), λαβών δε και πολλάς μυήσεις διαφόρων Εταιριών, συνέταξεν οργανισμόν της Ελληνικής Εταιρίας, χωρίς να γνωρίση ουδείς άλλος τα περί του οργανισμού τούτου.

Ότε δε ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης (πατήρ του Αλ. Υψηλάντου Ηγεμών ων της Βλαχίας) εδραπέτευσε πανοικί το 1806 και προσέφυγεν εις το Ρωσσικόν Κράτος, τότε και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος Φιραρής λαβών έντευξιν μετ’ αυτού, και επιτυχών ομόφρονά του τον Κωνσταντίνον Υψηλάντην, αφ’ ου πρώτον εγνώρισε την κατά της Οθωμανικής εξουσίας αποστροφήν του, ορκίσας αυτόν προηγουμένως τω ενεπιστεύθη, και τω διεκοίνωσε τον σχεδιασθέντα παρ’ αυτού οργανισμόν της Φιλικής Εταιρίας. Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης αναγνούς τον οργανισμόν, εγνωμοδότησεν ευθύς, ότι να μείνη εις μεγίστην εχεμύθειαν, ως έργον υψηλόν και χρήζον πολλών γνώσεων και βοηθειών, και τότε μεν έμεινε το έργον εις σιωπήν.

Αλλ’ ότε ο Ιωάννης Α. Καποδίστριας (το 1812) απελθών εις την Ρωσσίαν, απέκτησε, δια τας υψηλάς γνώσεις και την απέραντον πολιτικήν του, την παρά του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου εγνωσμένην προς το υποκειμενόν του υπόληψιν, τότε και ο Αλ. Φιραρής εκοίνωσε τον οργανισμόν της Φιλικής Εταιρίας εις τον Καποδίστριαν, εξαιτήσας την περί τούτου γνωμοδότησίν του. Ο δε Ι. Καποδίστριας με πολλάς και διαφόρους προσθαφαιρέσεις υπεστήριξε μεν ως βάσιν τον, περί ου ο λόγος οργανισμόν, τρέφων εν εαυτώ και ούτος την περί τούτου υπεράσπισιν και την πραγματικήν ενέργειαν, αλλ’ εζήτει αρμοδίαν ευκαιρίαν και περίστασιν (έχων προηγουμένως ως βάσιν την εις το Ελληνικόν ομογενές έθνος του διάδοσιν των εκ της παιδείας φώτων), δια να επιτύχη του σκοπού, και δια τινός άλλης βοηθητικής δυνάμεως ή μέσου να θέση εις την απαιτουμένην ενέργειαν το σπουδαίον αυτό πράγμα.

Κατά δε το 1814 συγκροτηθέντος εν Βιέννη Συμβουλίου των Βασιλέων της Ευρώπης, αφού πρώτον απεπερατώθησαν τα κατά τον Ναπολέοντα, τα αφορώντα την Ιεράν Συμμαχίαν, κτλ., γνωρίσας ο Ι. Καποδίστριας, ότι ήτον αρμοδία η περίστασις, δια να κεντήση την περί των Ελλήνων χορδήν, προλαβών ωμίλησεν ιδιαιτέρως περί του αντικειμένου τούτου μετά του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, δια να λάβη η Α. Μ. πρόνοιαν και περί του κατατυραννουμένου τούτου έθνους, προσθείς, ότι άλλον μετά Θεόν προστάτην δεν έχει, ει μη το ομόθρησκον Ρωσσικόν Κράτος, αλλ’ ο Αυτοκράτων τω απεκρίθη, «δος συ την αιτίαν εις μίαν των συνεδριάσεών μας, και εγώ αναλαμβάνω το βάρος». Επί τω λόγω τούτω του Αυτοκράτορος ο Ι. Καποδίστριας εν μια των Συνεδριάσεων ενώπιον των Βασιλέων και αντιπροσωπευόντων αυτούς, είπε· «νομίζω χρέος των Υ.Υ.Μ.Μ. το να λάβετε οποίαν δήποτε εγκρίνετε πρόνοιαν και δια το παρά της Οθωμανικής εξουσίας καταδυναστευόμενον Ελληνικόν έθνος, το οποίον υποφέρει τόσους αιώνας τον τυραννικόν Οθωμανικόν ζυγόν, και το οποίον διακινδυνεύει να πέση εις την τελευταίαν εξόντωσιν και τον μηδενισμόν· όθεν δεν μοι φαίνεται δίκαιον το να αδιαφορήσωσιν αι Υ.Υ.Μ.Μ.».

Επί τη προτάσει του Ι. Καποδιστρίου υπολαβών ο Μέττερνιχ απήντησε· «Κύριε Κόμη! Η Ευρώπη δεν γνωρίζει Έλληνας, γνωρίζει Κράτος Οθωμανικόν, υπό το οποίον είναι υπεξούσιοι οι κατοικούτνες εις την Ελλάδα Έλληνες. Επ’ αυτώ τούτω, φαίνεται Κύριε Κόμη, δυϊσχυρίσθης τόσον, και άφισες έξω τον σύνδεσμον της ιεράς Συμμαχίας το απέραντον Οθωμανικόν Κράτος· αλλά δεν επιτυγχάνεις των περί τούτων ελπίδων σου». Ο Αυτοκράτων Αλέξανδρος αναλαβών την ομιλίαν του Μέττερνιχ είπεν· «Οι Έλληνες δια της θείας Προνοίας και της Ευρωπαϊκής αιχμής θέλουν ελευθερωθή εγκαίρως, και κατά τα αρχαία πατρογονικά των δίκαια θέλουν μείνει ελεύθεροι, αυτόνομοι, και ανεξάρτητοι». Επί τούτω ο Ιωάννης Α. Καποδίστριας έπαυσε την περί του αντικειμένου τούτου ομιλίαν του.

Μετ’ ου πολύ δε συντάξας και μορφώσας σχέδιον περί μιας φιλομούσου Ελληνικής Εταιρίας αφορώσης την περί την παιδείαν και τα φώτα προόδου του Ελληνικού έθνους, παρέδωκεν αυτό εις τον διδάσκαλον Άνθιμον Γαζήν (διατρίβοντα αυτόσε), τον οποίον και καθοδηγήσας ως έδει, επαρουσίασεν εις τον Βασιλέα της Πρωσίας, και εις τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρον, οίτινες συνεισέφερον κατά πρώτον ανά 1000 φλωρία Ολλανδικά έκαστος, κατά συνέπειαν των οποίων συνεισέφερον και άλλοι πολλοί των επισήμων διαφόρους χρηματικάς ποσότητας, ώστε εκ του έργου της φιλομούσου αυτής Εταιρίας, και εκ των χρηματικών αυτών συνεισφορών εσυστήθησαν διάφοροι Ελληνόπαιδες εις τα σχολεία της Ευρώπης, η περαιτέρω δε φροντίς έμενε να ενεργηθή προϊόντος του χρόνου· και ούτως η φιλόμουσος αύτη Εταιρία επροχώρει βαθμηδόν, ήτις συνηνωμένη με την πρόοδον της παιδείας και των φώτων, απεκατέστη ενός ολίγου ζύμη της Φιλικής Ελληνικής Εταιρίας. Επανελθών δε ο Ι. Καποδίστριας εις τα της υπηρεσίας του χρέη, εκοίνωσεν άπαντα τα διατρέξαντα προς τους Α. Μαυροκορδάτον Φιραρήν και Κωνσταντίνον Υψηλάντην, προσθείς, ότι είναι αναγκαίον πολλά να διακοινωθή το έργον τούτο της φιλομούσου Εταιρίας, και να ενεργήται (ει δυνατόν) πανταχόθεν, του οποίου η κατ’ επιφάνειαν μεν ενέργεια να ήναι τοιαύτη· «πρόοδος των φώτων και της παιδείας», υποκεκρυμμένως δε και μετά πολλής εχεμυθείας, «ελευθερία των Ελλήνων» τότε δε να ανακαλυφθή το δεύτερον, ότε τα φώτα της παιδείας διαδοθώσι, και εν ταυτώ ότε φανή κατάλληλος εποχή. Και ταύτα μεν τα παρά του Ιωάννου Καποδιστρίου μέχρι τούδε επί τούτω πραχθέντα (πολλά και άλλα επράχθησαν κατά συνέπειαν τούτων παρά του Ι. Καποδιστρίου, τα οποία παραλείπομεν, ως μη ειδότες αυτά διακεκριμένως).

Ο δε Κωνσταντίνος Υψηλάντης ακολούθως εκοίνωσε τον σκοπόν και το πνεύμα της Φιλικής Εταιρίας εις τον υιόν του Αλεξ. Υψηλάντην, ούτος δε πολύν ζήλον υπέρ ελευθερίας, και με ψυχήν στρατιωτικήν γενναίαν επερίμενε πότε να ίδη την έναρξιν της κατά του τυράννου Ελληνικής αποστασίας. Έχων δε εμπιστοσύνην εις τον Σκουφάν, δια να διαδοθή ταχύτερον, έδωκεν εις αυτόν τον οργανισμόν της Φιλικής Εταιρίας (το 1815), παραγγείλας αυτώ να διαδοθή μεν, αλλ’ εις επισήμους κατά πρώτον και νουνεχείς, και προ πάντων να διατηρηθή όσον τον δυνατόν η εχεμύθεια κτλ. Ο δε Σκουφάς έχων πάλιν σχέσιν με τον Τζακάλοφ, και ο Τζακάλοφ με τον Ξάνθην, ο δε Ξάνθης με τον Αναγνωστόπουλον, διεκοίνωσαν και μεταξύ των, και εις άλλους πολλούς όσους εγνώριζον οικειοτέρους και πιστότερους, το μυστήριον της Φιλικής Εταιρίας, έχοντες κέντρον αρχής τον Αλ. Υψηλάντην και τους λοιπούς· και ούτω διαδοθείσα προώδευεν εξηπλουμένη η Φιλική Εταιρία. Ο δε Αλέ. Υψηλάντης τοις υπέσχετο, ως δηλούται από τας προκηρύξεις του, ότι θέλει είναι Σύμμαχος και η Ρωσσία (ίσως ήθελεν είσθαι, αλλ’ όχι με τοιούτους καπνούς μυελών), και ως εκ τούτων οι προρρηθέντες τέσσαρες ο Σκουφάς, ο Τζακάλοφ, ο Ξάνθης και ο Αναγνωστόπουλος ήρξαντο να διαδίδωσι το μυστήριον της Φιλικής Εταιρίας από το 1816, μυήσαντες κατά πρώτον εις πολλούς και διαφόρους επιτηδείους μεν, αλλ’ ασημάντους Έλληνας, επιθυμούντες την όσον τάχιον καταστροφήν της Οθωμανικής καταδυναστείας δια της ενάρξεως της αποστασίας

Αμβροσίου Φραντζή. Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος.

 

Ἀναρτήθηκε στὸ Ιστορία | Σχολιάστε

Γιάννης Ρίτσος – Ο Ξένος

jesus

– – – -Τὴν ὥρα ποὺ μέναμε κλεισμένοι στὴ μεγάλη κάμαρα μὲ τοὺς σκεπασμένους καθρέφτες / ἦρθε Ἐκεῖνος, ἀκάλεστος, ξένος – τί ζητοῦσε; / Ἐμεῖς δέ θέλαμε νὰ δοῦμε, ν’ ἀκούσουμε, νὰ τὸν ἀναγνωρίσουμε. / Τὸ σκονισμένο του ροῦχο ἐλεητικό – δέ ζητούσαμε ἐμεῖς εὐσπλαχνία –, / τὰ λυωμένα παπούτσια του ἀπαιτοῦσαν συμπάθεια – δέν εἴχαμε ἐμεῖς νὰ δώσουμε τίποτα –, / ξένος, ἀκάλεστος, ἀμέτοχος στὴ λύπη μας, / ἦρθε νὰ λυπηθῇ ἐμᾶς. Πίσω ἀπ’ τὰ σκονισμένα γένεια του / τρεμόφεγγαν τ’ ἀστέρια τοῦ χαμόγελου / μὲ αὐτή τὴν αὐταρέσκεια τῆς ἐπιείκειας, μὲ τὴ συγκατάνευση / τῆς ἀρχαίας δοκιμασίας του, σὰ νάλεγε: Κι αὐτό θὰ περάσῃ, / ὅπως οἱ κεντημένες μπάντες στοὺς τοίχους τῶν παλιῶν σπιτιῶν / σμίγοντας μιὰ νοικοκυρίστικη σοφία μὲ πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια / – τριαντάφυλλα, γαρύφαλα, πανσέδες (ὄχι μενεξέδες), / κ’ οἱ κορδέλλες ὁλόγυρα οἱ κεντημένες κίτρινες…
– – – -Τί ἤθελε;.. / Κι ἄν ἔχουμε, δέ θέλουμε νὰ δώσουμε τίποτα. Ἄς μᾶς ἀφήσουν ἐπιτέλους / στὸ σεπτό σεβάσμιο πένθος μας, στὸ θάνατό μας, / στὴν περηφάνειά μας νὰ μή δειλιάζουμε μπροστά στὶς σκιές τῶν πραγμάτων νὰ μᾶς ἀφήσουν / νὰ ἐξαντλήσουμε τὴ στάση τῆς γονυκλισίας μας, ἀκούγοντας παρήγορο / τὸν ξυλοφάγο στὶς γωνιές τῆς σιωπῆς… / Νὰ φύγῃ, εἴπαμε. / Ξένος, ἀκάλεστος, ὕπουλος, / ὑποκρινόταν τὸ φτωχό γιὰ νὰ πιστέψουμε στὸν πλοῦτο μας, / νὰ μή μᾶς ταπεινώσῃ, νὰ μᾶς δωροδοκήσῃ μὲ τὴν ὀρφάνειά του, / μὲ τὴν ἀχάμνια του (ἔδειχνε κιόλας τὰ γυμνά πλευρά του, τὸ φαρδύ του στέρνο), / γιὰ ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὰ μᾶς ἕνα χαμόγελο πάλι, μιὰ νέα μαρτυρία ζωῆς∙ / κουδούνιζε πάνω μας τὸ βλέμμα του σάν παιδική κουδουνίστρα, / νὰ συγκεντρώσῃ τὴν προσοχή μας σ’ ἕνα ἀλλοῦ∙ ἀναποδογύριζε / τὶς τσέπες τοῦ παντελονιοῦ καὶ τοῦ σουρτούκου του / νὰ δείξῃ τὸ ἄδειο του, νὰ μᾶς πείσῃ∙ / κι ἀπ’ τὶς τσέπες του πέφταν λίγα χνούδια μονάχα, λίγα τρίμματα καπνοῦ / μαλακά σὰ νὰ χιόνιζε σ’ ἕνα μικρό γκρίζο τοπίο, μισό μέτρο, / κ’ οἱ ἀντεστραμμένες ἄδειες τσέπες του ἦταν / σάν τ’ αὐτιά ἥμερων ζώων ποὺ ἀφουγκράζονται πέρα ἀπ’ τὴ σιωπή, / ἢ σὰ μικρές ξύλινες σκάλες σ’ ἕναν περιστεριῶνα / ὅπου μυρίζει ἀσβέστης, κουτσουλιά καὶ ζεστά πούπουλα. / Ἦταν μιὰ ἀρχή ἀπὸ μικρή τρυφερότητα ποὺ δέν ξαφνιάζει, δέ μετατοπίζει∙ / ἦταν μιὰ μετρημένη λήθη, νὰ ξεθαρρευτοῦμε, / νὰ ἐπεκτείνουμε τὴ μνήμη πρὸς τὰ πέρα ἢ πρὸς τὰ πάνω…
– – – -Ἀπὸ ποῦ ἔρχονταν αὐτός ὁ Ξένος; Τί ζητοῦσε; Ὁ δρόμος του / ἐρχόταν ἀπ’ τὸ χτές ἢ ἀπ’ τὸ αὔριο; Στ’ ἄλουστα μαλλιά του / ἦταν στάχτες καὶ σταγόνες δροσιᾶς – φανερό πὼς εἶχε ὁδοιπορήσει μὲς στὴ νύχτα / κ’ ἴσως νἄχε περάσει ἀπ’ τὴ φωτιά, κάτω ἀπ’ τ’ ἀποκαΐδια. Στὴ φωνή του ἀναγνωρίζαμε / τὸ τρίξιμο τῆς πόρτας ὅταν ἀνοίγουν νὰ μᾶς φέρουν ἕνα ζεστό, / ὅταν τὰ συνεργεῖα τῶν ξυλουργῶν στὴ γειτονιά μας πλανίζουν μεγάλα σανίδια / γιὰ νέες οἰκοδομές, ὅταν στὸν ἴσκιο τῆς μάντρας τὰ θερινά μεσημέρια / συνάζωνται μαστόροι καὶ τεχνῖτες, χειρώνακτες καὶ θεληματάρηδες, / καὶ κουβεντιάζουν γιὰ τὸ μεροκάματο, ἁπλοποιῶντας τὸ χρόνο, / στρογγυλεύοντας τὴ ζωή σὲ δυό μονάχα κανονικά ἠμισφαίρια, / τὄνα φωτεινό καὶ τ’ ἄλλο σκοτεινό∙ κ’ ὕστερα, στὴ μικρὴ σιωπὴ ποὺ μεσολαβοῦσε, / ἀκουγόταν τὸ τελευταῖο περσινό φύλλο ποὺ ξεκολλοῦσε ἀπ’ τὸ δέντρο / κ’ ἔπεφτε μ’ ἕναν τρομαχτικό κι ἀνήκουστο θόρυβο ἀνάμεσα στὰ γόνατά τους, / κι αὐτοί συνέχιζαν πάλι τὴ δίκαιη κουβέντα τους γιὰ τὸ ψωμί καὶ τὸ ἁλάτι, / ἐνῶ ὁ Ξένος συνέχιζε μόνος του πιὸ πέρα…
– – – -Ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρο φωτίζονταν ὁ ἀντικρυνός τοῖχος / κάτασπρος μὲ τὸ διαγώνιο ἥλιο∙ τραβοῦσε τὸ βλέμμα∙ τραβοῦσε τὴν ἀκοή∙ / δέν ἀκούγαμε τὸ ἴδιο μας τὸ κλάμα. Ἐκεῖνα ποὺ χάσαμε καὶ χάνουμε, ἔλεγε, / ἐκεῖνα ποὺ ἔρχονται, προπάντων ἐκεῖνα ποὺ φτιάχνουμε / εἶναι δικά μας, μποροῦμε νὰ τὰ δώσουμε, ἔτσι ἔλεγε. / Ἀκάλεστος, ξένος, ἀπαράδεχτος, / κ’ ἦταν τὰ λόγια του σά μιά σειρά σταμνιά σὲ νησιώτικα παράθυρα, / γερά, καλόκαρδα σταμνιά ἱδρωμένα, / θυμίζοντας τὸ δροσερό νερό σὲ νεανικά στόματα / – κι ἂς ἀρνιόμαστε τὸ νερό καὶ τὴ δίψα μας∙ θυμίζανε / ἢ τὶς γλάστρες μὲ τὰ βασιλικά, τὰ γεράνια, τὴν ἀρμπαρόριζα, / τὴν ὥρα ποὺ βραδυάζει καὶ γυρίζουν τὰ ζῶα ἀπ’ τὴ βοσκή, / κι ὁ χρόνος εἶναι μαλακός κι ἀπέραντος, διακεκομμένος μόνο ἀπ’ τὰ κουδούνια τῶν προβάτων / – διάφορα μέταλλα, διάφοροι ἦχοι, διάφορη ἀπόσταση, / πιστοποιῶντας τὴν ἀπεραντοσύνη σὲ κάθε κατεύθυνση : / μπροστά ἢ πίσω, ἀπ’ τὄνα ἢ τ’ἄλλο πλάι, πάνω ἢ κάτω. / Ἡ στιγμή δέν ἠταν πιά ἕνα κλείσιμο, / μὰ τὸ κέντρο μιᾶς ἔκτασης μ’ ἄπειρη περιφέρεια, / πέρα ἀπ’ τὰ βουνά καὶ τὸν ὁρίζοντα, πίσω ἀπ’ τὸ χτές καὶ τὸ αὔριο, πέρα ἀπ’ τὸ χρόνο, σ’ ὅλο τὸ χρόνο / τὸν πεθαμένο καὶ τὸν ἀγέννητο, πάνω / ἀπ’ τὸν καπνό τῶν βραδυνῶν καπνοδόχων, ποὺ μοσκοβολοῦσε ταπεινότητα, / καρτερία, μετριοπάθεια, πέρα, πάνω ἀπ’ τοὺς λύχνους που ἀνάβαν πρὶν ἀπ’ τ’ ἄστρα, / πάνω ἀπ’ τ’ ἄστρα που ἀνάβαν πρίν ἀπ’ τὴν προσοχή μας καὶ τὴ γνώση μας / – εὐτυχισμένα τ’ ἄστρα, πρᾶα, εὐοίωνα, / δίχως καθόλου προαίσθημα Θανάτου, δίχως καθόλου θάνατο… / Καὶ τὰ παιδιά ποὺ ὑπήρξαμε, ἔλεγε, / τὰ ὑπάρχουμε, ἀπαλλαγμένα κιόλας ἀπ’ τὴ στενότητα τῶν πρώτων μας χρόνων, / ἀπ’ τὴν ὀξύτητα τῆς στενότητας, ἀπ’ τὴν ἀνυπομονησία τῆς αὔξησης, / ἀπ’ τῶν «μεγάλων» τὴν παρεξήγηση. / Τὰ παιδιά κλαῖγαν καταμόναχα / ἀνάμεσα στὰ θάμνα καὶ κανένας δέν τἄπαιρνε στὰ σοβαρά, / γιατὶ τὰ πρόσωπά τους ἦταν βαμμένα ἀπ’ τὰ μοῦρα ἢ τὰ βατόμουρα / κ’ ἦταν ἡ λύπη τους κόκκινη κι ἀστεία. / Τὰ ὑπάρχουμε, / τὰ διατηροῦμε τώρα σ’ ἕνα φῶς πλατύ, μαζί μὲ τὸν ἀπέραντο κάμπο, / μαζί μὲ τὰ στάχυα καὶ τὶς παπαροῦνες, μαζί μὲ τ’ ἀμπέλια, / μαζί μὲ τὸ ληνό καὶ τὰ πόδια τῶν ἀμπελουργῶν βαμμένα ὣς τὰ γόνατα ἀπ’ τὸ μοῦστο, / τότε ποὺ οἱ ἄντρες μὲ σκισμένα βρακιά καὶ σκισμένα πουκάμισα / βρίζονταν δίχως λόγο καὶ δίχως θυμό..- μεγάλες γυμνόστηθες βλαστήμιες, / δασύτριχες βλαστήμιες, ποὺ τὸν ἀνόητο ἀντρισμό τους καὶ τὴν εὐθυμία τοὺς / ἀπόφευγαν τὰ κορίτσια, κρυμμένα / πίσω ἀπ’ τὰ πελώρια τσαμπιά τῶν σταφυλιῶν, πίσω ἀπ’ τὰ φαρδιά κληματόφυλλα, / καὶ τ’ αὐτιά τῶν γυναικῶν ἦταν κρουστά καὶ ρόδινα σὰν πρωινοί ὁρίζοντες. // Ἀρκεῖ νὰ σπάσουμε τὴν πολιορκία τῆς στιγμῆς, ἔλεγε. –Πώς; Πές μας!.. (Δέν ἀπάντησε…) / Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τότε ποὺ κόβαμε καλάμια ἀπ’ τοὺς ὄχτους καὶ φτιάχναμε κοντάρια, / πετῶντας τα πάνω ἀπ’ τὰ ψηλά ἀρχοντόσπιτα, δοκιμάζοντας / τὴ δύναμη τῶν χεριῶν μας, τοῦ ξύλου, τοῦ σίδερου, τῆς πέτρας, τοῦ ἄνεμου, / πολλαπλασιάζοντας ἀνύποπτα τὴ δύναμη τῶν χεριῶν μας, / μαθαίνοντας νὰ κυβερνᾶμε ὄχι μόνο τὸ στέρεο μὰ καὶ τὸ ἀνάλαφρο. // Ἡ ἐξοχή μοιραζόταν σὲ κύκλους μοναξιᾶς δίπλα στὶς πικροδάφνες, τὶς ἀλυγαριές, τὰ βάτα∙ τὰ πουλιά πρωτομάθαιναν τὰ ὀνόματά τους∙ τὸ ἴδιο καὶ τὰ δέντρα καὶ τὰ πράγματα / – ὁ σουγιάς ποὺ πελεκὰς τὸ καλάμι, / ἡ μικρή φυσαρμόνικα στὴν τσέπη σου, / ὁ δόκανος, ἡ ξόβεργα, ἡ φλογέρα, / τὸ βῆμα τοῦ ἀρνιοῦ, τὸ χρεμέτισμα τοῦ ἀλόγου, / ὁ ἦχος τοῦ ποταμοῦ ποὺ ἦταν σὰν ἄλλο μακρόσυρτο χρεμέτισμα ἑνὸς ἀλόγου φωτεινοῦ σ’ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ δαφνῶνα, / τὰ ξέχωρα χρώματα κι ἀρώματα τῶν λουλουδιῶν, / τὸ μαλλί, τὸ μπαμπάκι, τὸ λινάρι, τὸ μετάξι, / τὸ κυνήγι τῶν μελισσουργῶν τὰ χαράματα στὶς λεῦκες, / ὁ πολύχρωμος οὐρανός τῶν χαρταετῶν, τὸ τέντωμα τοῦ σπάγγου κ’ ὕστερα ἡ χαλάρωση, / αὐτή ἡ ἀνάλαφρη λαμπρή καμπύλη του σπάγγου σὰ βαθειά ἐκπνοή / γιὰ νὰ τεντώσῃς καὶ πάλι τὸ στῆθος σὲ ἀπέραντη ἀνάσα. // Ἀργότερα θὰ σμίγαν ἀπὸ μέσα, μόνα τους, ὅπως τὰ στέρεα φύλλα στὰ κλαδιά τοῦ δέντρου / δένοντας χῶμα, φῶς κι ἀέρα. Γιατὶ ἡ κάθε φωνή / εἶχε πολλούς ἀντίλαλους ἀνάμεσα στὰ δυό βουνὰ τ’ Ἁι-Λιᾶ καὶ τῶν Ἁι- Σαράντα, / κι ἀς ἦταν ὁ κάμπος ἀπέραντος σὰν μιὰ ἀθανασία… Σάν θυμηθοῦμε, εἶπε, / ποτέ δὲν ἔχει περάσει ἡ ὥρα αὐτοῦ ποὺ θυμόμαστε. Τὰ φραγκόσυκα / δέν ἔχουν μόνο σχῆμα καὶ γεύση∙ συγκεντρώνουν / ἕναν κόσμο σπόρους καὶ νοήματα μέσα στὴν πράσινη τριχωτή γροθιά τους, / θυμίζουν τὶς ἀναβολές μας, θυμίζουν ἕνα ἀργότερα / σὰν συνέχεια τῆς δικῆς μας παράλειψης, / σὰν ἔλπιδα ἀνασύνθεσης ὅλου τοῦ κάμπου / ὅταν τὴν αὐγή τινάζεται ὁ κορυδαλλός στὰ ὕψη κι ὁ ὕμνος του / κάθετος κ’ ἑλικοειδής κάνει τὴ γῆ νὰ γυρίζῃ σὰ σβούρα στὴν ἀνοιχτή παλάμη μας… // Μύριζε τότε ἡ νοτισμένη ρίγανη, ὁ σανός, τ’ ἄγρια τριαντάφυλλα / οἱ ἀγωγιάτες πότιζαν τ’ ἄλογα στὴ βρύση κάτου ἀπ’ τὰ πλατάνια / τ’ ἄλογα κόβαν τὶς τριχιές τους τὸ μεσημέρι καὶ χάνονταν καλπάζοντας στὸ διάστημα / τὸ κακάρισμα τῆς κόττας ἦταν μιὰ δόξα μέσα στὸ χρυσό ἀχερῶνα… Δέν εἰναι λοιπὸν ἀπουσία / τὸ ἄνοιγμα τοῦ παράθυρου ἢ τοῦ λάκκου μπρὸς στὸν οὐρανό. Δέν εἰναι ἀπουσία ὁ καλπασμός τοῦ ἀλόγου / ἡ ἀντικατάσταση τῶν μαραμένων λουλουδιῶν μὲ φρέσκα λουλούδια στὸ ποτήρι / μὲ φρέσκο νερό τὸ πλύσιμο τοῦ ποτηριοῦ κ’ ἡ μιὰ χειρονομία ποὺ διαδέχεται τὴν ἄλλη – ποιά ἁμαρτία; / Ὅλα πορεύονται κάπως κυκλικὰ ἐπιστρέφουν / σ’ ἕνα πιό πάνω ἐπίπεδο τὰ ξανασυναντοῦμε… // Τὰ καδρόνια τοῦ σπιτιοῦ μὲ τὰ διπλά καρβέλια, μὲ τὰ ρόδια, τὰ κυδώνια, / μένουν πάντα σὰν ὁριζόντιες κολῶνες στὸ ναό μιᾶς ἁπλῆς γνωριμίας / – πλαγιασμένες κολῶνες σὲ στάση ἀνάπαυσης, φιλίας, συνουσίας, ὕπνου… Τότε τὰ παιδιά / ἀρνιόντανε νὰ κοιμηθοῦν τὰ μεσημέρια, / μὴν κλείσουν μιά στιγμή τὰ μάτια τους στὸ θαῦμα τοῦ ἥλιου / μὴ καὶ τἄβρῃ τὸ δεῖλι κοιμισμένα∙ δοκίμαζαν / τὴν ἁφή καὶ τὴ γεύση τοῦ ἐφήμερου (ποιό ἐφήμερο;) τρέχαν ξυπόλητα στ’ ἀγκάθια τῆς αἰωνιότητας, / ξυπόλητα ὄχι μήπως καὶ τ’ ἀκούσουν οἱ μεγάλοι, / μονάχα γιὰ νὰ νιώθουν στὶς φτέρνες τους τὴ ζεστή κοιλιά τῆς γῆς!.. Τὰ παιδιά στέκονταν λαχανιασμένα, / κοιτάζαν μιὰ στιγμὴ τὴν κινούμενη εἰκόνα τοὺς μὲς στὸ ποτάμι, / κατουροῦσαν στὸ ποτάμι νιώθοντας τὴ δροσιά τοῦ ἤχου πάνω στὰ ζεσταμένα ἀπ’ τὴν τρεχάλα σκέλια τους, / τὴν ὥρα ποὺ τὰ τζιτζίκια κ’ οἱ ἀτσίγγανοι ἀναστάτωναν τὶς συνοικίες τοῦ μεσημεριοῦ… Ὅταν βράδυαζε, / ἥσυχα τὰ ποτάμια κ’ οἱ ἀγελάδες ἀναμηρυκάζανε τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, / τ’ ἀτίθασα ἄλογα γύριζαν μόνα τους στὸ στάβλο, / τὰ παιδιά γύριζαν σπίτια τους, / τὰ καρπούζια τρίζαν ἀπ’ τὸ νύχτιο ἀγιάζι, / ὁ δυόσμος μύριζε σά νὰ τὸν ἀνέμισε βιαστικό πέρασμα / ἀπ’ τὸ φαρδὺύ φουστάνι μιᾶς ἔνοχης γυναίκας… Τότε ἀκούγονταν ἀπόμακρα / τὰ ὄργανα ἀπ’ τὸ πανηγύρι τοῦ ἄλλου χωριοῦ, / στὸν Ἁι-Δημήτρη ἢ πιό πέρα, στὰ Τάλαντα, / κ’ ἡ στρογγυλή αὐριανή βουή πύκνωνε μέσα στὶς καμπάνες, / ἀκούγονταν τ’ ἀλυχτήματα τῶν σκυλιῶν στὰ χωράφια, τὸ μακρυνό βῆμα τοῦ δραγάτη, / τὰ χελιδόνια ποὺ ἀναδεύονταν στὸν ὕπνο τους μὲς στὶς χλιαρές φωλιές τους, / οἱ μυστικές ὁμιλίες ποὺ ρυθμίζανε τὴ διανομή τοῦ νεροῦ στὰ μποστάνια, / τὸ χτύπημα τῆς τσάπας στὸ μαλακό ὑγρό χῶμα καὶ πιότερο ἀπ’ ὅλα / τ’ ἀστέρια ποὔπαιρναν βαθειές εἰσπνοές κι ἀναστενάζαν ἥσυχα, / λέγοντας τὄνα στ’ ἄλλο, καὶ σὲ μᾶς: Τί ὄμορφη ποὖναι ἡ πλάση!..
– – – -Ἔτσι σκαλίσαμε / τὶς πρῶτες τρῦπες στὸ καλάμι..- ἔτσι μάθαμε / νὰ σεργιανᾶμε στὸ καλάμι τὰ δάχτυλα / ξαναλέγοντας τοὺς στεναγμούς τῶν ἄστρων… / Ὁ δασοφύλακας κατηφόριζε μὲς στὸ φεγγαρόφωτο μὲ τὸ δίκαννό του, / σὰ νἆχε περασμένο στὸν ὦμο του ἕναν μικρό πίδακα ἀσημένιο νερό, κι ὁ ταχυδρόμος / ἔβαζε τὴν πέτσινη τσάντα του γιὰ προσκέφαλο κάτω ἀπ’ τὰ δέντρα / κι ἀποκοιμιόταν στὸν κόρφο τοῦ κόσμου, / ἐνῶ τὰ κοάσματα τῶν βατράχων πετροβολοῦσαν μάταια τὴ διάφανη ἀπόσταση… // Οἱ τοῖχοι, οἱ μάντρες, τὰ πεζούλια, ἀχνίζανε ζεστά μὲς στὴ νυχτερινή ὑγρασία, / γιατὶ ἐδῶ εἶχαν ἀκουμπήσει τὶς φαρδιές τους πλάτες οἱ ζεστοί ἑλληνικοί μῆνες, / κ’ ἐπάνω στὴν πλαγιά τοῦ λόφου βούιζε τὸ μικρό κοιμητῆρι μὲ τοὺς ξύλινους σταυρούς / ἀπ’ τὸ μεγάλωμα τῆς χλόης, τῶν ἀγριολούλουδων, τῆς τσουκνίδας, / κι ὁλάκερο φωσφόριζε σὰ λοξή λίμνη μὲς στὴ νύχτα. Στὸν ἴσκιο τῆς μάντρας του / σταλιάζανε τὸ μεσημέρι τὰ μεγάλα ἀγόρια τρώγοντας τὰ κλεμμένα καρπούζια. Τώρα / φέγγιζε ἥσυχο καὶ σοβαρό τὸ κοιμητῆρι, / σὰν τὸ νουθετικό, τὸ ἀξύριστο πρόσωπο τοῦ πατέρα..- τόσο που ἂν ἔβρισκες χάμω ἕνα κομμάτι ψωμί πεταμένο, / τὄπαιρνες, τὸ ἀσπαζόσουνα κρυφά καὶ τὸ ἀκουμποῦσες στὸ περβάζι ἑνὸς παράθυρου…
– – – -Ἦταν μιὰ ριγηλή μικρή βουή μέσα σὲ κάθε δευτερόλεπτο, / σὰν τὸ φτερό μιᾶς μέλισσας δίπλα στὸ μάγουλο ἑνὸς λουλουδιοῦ, / κ’ οἱ μέλισσες ἦταν πολλές στὸν κῆπο / καὶ μεῖς τόσο κοντά στὰ πράγματα ποὺ μέναμε ἀπόμακροι / καὶ δέ μπορούσαμε νὰ ἑνώσουμε μὲς στὴν ἰδέα τῆς μέλισσας τὸ κεντρί καὶ τὸ μέλι της – θυμόσαστε; Τότε / ποὺ ἦταν ἀλλιῶς νὰ κάθεσαι σ’ ἕνα σκαμνί ἢ σ’ ἕνα δέντρο, / σὲ μιὰ παλιά μυλόπετρα ἢ σ’ ἕνα σπασμένο κιονόκρανο. / Ὕστερα πλάτυνε ὁ χρόνος κ’ ἡ βουή κ’ ἡ γνώση / σὲ μιὰν ἐπιστροφή ἀπ’ τὸ μακρυά ἐδῶ στὸν ἑνωμένο χρόνο / ὅπου κάθε νύχτα τὰ βατράχια ὑπάρχουν μὲς στὸν κάμπο / κι ὁ κάμπος μέσα στὰ βατράχια..- θυμηθῆτε τὶς ἀρχαῖες φωνές τους, / ποὺ πλημμυροῦσαν τὴν ἀκοή τῆς θερινῆς νύχτας! / Τὰ βατράχια ποὺ κάθονταν στὰ μαλακά τους πόδια ἐχέμυθα καὶ φλύαρα, / ἕτοιμα νὰ πηδήσουν στὸ νερό κ’ ἕτοιμα πάλι νὰ πηδήσουν στὸν ἄερα, / ἀφήνοντας πίσω ἀπ’ τὸ πήδημά τους ἕνα μυστικὸ σύρσιμο, καὶ τὸν ἀντίλαλό της φωνῆς τοὺς / κόμπο-κόμπο μὲς στὴ σπονδυλική στήλη τοῦ καλοκαιριοῦ… Λέω γιὰ τότε / ποὺ ἀκόμη καὶ τ’ ἀστέρια φαίνονταν ὑπερφυσικά καὶ ἀσύστατα, / κ’ ἔπρεπε νὰ μεσολαβήσῃ διαλλαχτική ἡ σιωπή κι ὁ χρόνος / ὥσπου νὰ ξαναβροῦν τὴ φύσι- κότητά τους οἱ φωνές τῶν βατράχων κι ὁ ἀντίλαλός τους, / τὰ χαμένα καλοκαίρια, οἱ ἀπέραντες νύχτες, / οἱ μέλισσες καὶ τ’ ἄστρα μὲς στὸν ἄπειρο κάμπο, / ὁ κάμπος κ’ η σιωπή κι ὁ χρόνος…

– – – -Ὅλα δικά μας, πιό δικά μας μὲ τὴ μνήμη μας – ἔλεγε ὁ Ξένος – πιό εὐτυχισμένα! / Οἱ μυστικοί ἐλαιῶνες στοὺς μικρούς λόφους μὲ τ’ ἀποστολικά σούρουπα∙ / τὰ καλαμένια τσαρδιά τῶν χωρικῶν, κουρνιασμένα στὰ δέντρα, ποὺ τὰ φώτιζαν μόνο τὰ μικρά μάτια τῶν πουλιῶν∙ / τὰ δεμάτια οἱ λυγαριές, ποὺ μαλακώναμε βδομάδες στὸ ρυάκι νὰ φτιάξουμε καλάθια∙ / τὰ μελωμένα μαῦρα σῦκα, παγωμένα ἀπ’ τὴν αὐγή, ὅταν ἀφήναμε τὰ σαντάλια μας / μπροστὰ στὴ ρίζα τῆς συκιᾶς καὶ σκαρφαλώναμε στὸν οὐρανό, / ὄχι ἀπ’ τὴ σκάλα, μήτε ἀπ’ τὰ κλαδιά, μὰ ἀπ’τὰ πατήματα τοῦ ἀγέρα!.. Κάθε βράδυ – θυμᾶσαι; – / τὸ μέγα ἀστέρι σὰν τὸ μάτι τοῦ παντοκράτορα ἐπιτηροῦσε τὸν ὕπνο τῶν βοσκῶν καὶ τῶν ψαράδων, / καὶ τὰ πόδια τῶν γυναικῶν, ὅταν ἔβγαζαν τὶς κάλτσες τους, / ἦταν πλατιά καὶ φωτεινά..- φώτιζαν τὶς μεγάλες ταράτσες ὅπου λιάζαν τὴ μαύρη σταφίδα, / φώτιζαν τὰ σκαμνιά καὶ τὶς πόρτες… Πρὶν κοιμηθοῦν οἱ γυναῖκες / χτένιζαν τὰ μακρυά μαλλιά τους μὲ ἱερατικές κινήσεις, / σά νἄβρεχαν τὰ δάχτυλά τους σὲ ἀθώρητα κάθετα ποτάμια, / σὰ νὰ συνωμιλοῦσαν μ’ ἕναν ἄλλον ἔρωτα, ἐνῶ οἱ ἄντρες εἶχαν κιόλας κοιμηθῆ / κ’ ἡ τραχειά ἀναπνοή τους ἔκανε νὰ θροΐζουν τὰ σγουρά μουστάκια τους / σὰν τὰ ξερά στάχυα στὸν κάμπο… Οἱ γυναῖκες, / μεγάλες, μυστικές, μονάχες, / σχεδόν αὐθύπαρκτες καὶ αὐτάρκεις, συνέχιζαν / μια ἀόρατη συνομιλία ἐνῶ χτενίζονταν, / σά νὰ ὑπαγόρευαν μιὰ συμμαχία μὲ τὰ ὑψηλά στρώματα τῆς νύχτας / ἐπικυρώνοντας ἕνα-ἕνα τ’ ἄρθρα τῶν ἄστρων μὲ μια ἀνεπαίσθητη κίνη­ση τοῦ κεφαλιοῦ, / μιὰ συμμαχία μὲ τὶς κορφές τῶν πλατανιῶν, τῶν εὐκάλυπτων, τῆς λεύκας, / μὲς τὶς βουβές πηγές μὲ τὶς περίπλοκες ρίζες τοῦ νεροῦ..- / καὶ τὰ βατράχια, συνεννοημένα, στοὺς πράσινους ὄχτους, / ξεχείλιζαν τὴ στεφάνη τῆς νύχτας / κάνοντας μιὰ βαθύσκιωτην ἀντιμετάθεση γιὰ νὰ καλύψουν τὴ σιωπή τῶν γυναικῶν, / νὰ καλύψουν τὸ βλέμμα τους, τὴν ἐπαρσή τους, τὴν ἐρήμωσή τους… // Μιὰ κουκουβάγια πετρωμένη στὴ στέγη τὶς κοιτοῦσε μὲ τὰ δυό ὁλοστρόγγυλα φῶτα της, / ἔκανε πὼς δέν τὶς ἔβλεπε, κι αὐτές πὼς δέν τὴν ἔβλεπαν∙ / μὰ κάτω ἀπ’ τὴν προαιώνια τους σκλαβιά, μὲς ἀπὸ δυό μικρές ὑπόγειες σήραγγες / τοὺς μεταβίβαζε ὥς τὶς φλέβες τοὺς τὸ στυλωμένο φῶς της… // Ἀπρόσιτες γυναῖκες, δεσποτικές, αὐταρχικές, ἀειπάρθενες, / φιλενάδες τῆς νύχτας, φιλενάδες τῆς μουγγῆς βλάστησης, / εἶχαν συναντηθῆ μὲ τὶς μάγισσες μὲς στὶς βαθειές πέτρινες σπηλιές γεμάτες τυφλές νυχτερίδες, / κι ὅταν ἔρριχναν τὸ ἁλάτι στὸ φαΐ ποτέ δὲν ἤξερες τί προετοιμάζανε∙ / τὸ τσουκάλι, τὸ καζάνι, τὸ τηγάνι, / φοροῦσαν μιὰ προσωπίδα καπνιά∙ δέ μαρτυροῦσαν τὰ μυστικά τῆς γυναίκας, δέ μαρτυροῦσαν / τὰ κρυφά τους βότανα, τοὺς συνδυασμούς τῆς μαγειρικῆς τους, τὴ μοναξιά τους ὅταν ψιλοκόβουν τὸ μαϊντανό, / ὅταν σιδερώνουν στὴν κάμαρα ὣς ἀργά, καὶ τὶς προφταίνῃ τὸ φεγγάρι στὸ ἀνοιχτό παράθυρο / κι αὐτές προσέχουν μὴν πατήσουν τὸ τετράγωνο τοῦ φεγγαριοῦ πάνω στὸ πάτωμα, / τὴν ὥρα ποὺ τὰ σιδερωμένα ἐσώρουχα, στοίβα στὸ τραπέζι, / εἶναι σὰν ἄκοπα φύλλα βιβλίων ποὺ ἐκεῖνες τὰ διάβασαν / καὶ ξέρουν ὅλα τὰ μυστικὰ τοῦ σώματός μας… / Ἐμεῖς δέ γνωρίζουμε / τὰ ξόρκια τους ὅταν γυαλίζουν στὴν αὐλή μὲ χῶμα τὰ χαλκώματα, / κι ἀστράφτουν τὰ χαλκώματα στὸν ἥλιο σὰν ἐπίγεια οὐράνια σώματα, κι ἀστράφτουν κ’ οἱ γυναῖκες μὲς στὸ θρίαμβο τῆς ἡγεμονίας τοὺς / μπροστά ἀπ’ τὶς βουβές στρατιές τῶν κλεισμένων πραγμάτων… / Δέ γνωρίζουμε / τὴν πεισμωμένη ἐλευθερία τῆς σιωπῆς τους ὅταν ἀρνοῦνται νὰ ὀργιστοῦν, / τὴν περηφάνεια τους καθὼς ἡ σεμνότητα λυγίζῃ τὰ ματόκλαδά τους, / τὴν πολυάριθμη ἄμυνά τους, σὰν τὰ σφιχτά ἀλλεπάλληλα φλούδια τοῦ φρέσκου σκόρδου, / αὐτά τὰ εὔθραυστα ντύματα..- τί ἐννοοῦν; τί ἀποσιωποῦν; / ποιά πάνοπλη ἀρετή προστατεύουν πίσω ἀπ’ τὸ διάφανο χαμόγελό τους μέσα στὴ ματωμένη ἑσπέρα τοῦ Φθινοπώρου, / ὅταν τὰ βήματα τῆς Παναγίας προδίδωνται ἀπ’τὸ τρίξιμο τῶν ἄχυρων καὶ τῶν ξερῶν φύλλων, / κι ἀπ’ τὰ φωτεινά στίγματα ποὺ ἀφήνουν σ’ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ δρόμου / τὰ ταπεινά πατήματα τῶν γαϊδουριῶν, τῶν βοδιῶν, τῶν προβάτων; κ’ ἐκεῖνες / ἔχουν μιὰ στρογγυλή σταγόνα αἷμα στὸ φουστάνι τοὺς / κ’ ἕνα ἀδιόρατο ἄχ στὸ στόμα τους, / ἀπ’ τὴ βελόνα τάχα ποὺ τοὺς τρύπησε τὸ δάχτυλο, καθὼς ξεχάστηκαν ράβοντας..- ποιά ἐπίθεση / ὠργάνωναν τὰ σιωπηλά πλάσματα τοῦ θεοῦ μὲς στὴν ἔρημη ἀγάπη τους δέν ξέραμε ἀκόμα. / Οἱ γυναῖκες / ἔκλεβαν ἀπ’ τὸν ἄντρα τὴ σπορά καὶ καλλιεργοῦσαν μόνες τὸ χωράφι, / εἶχαν τὴ δική τους ἰδιοκτησία, ἀπαραβίαστη. Σεργιανοῦσαν / σείοντας μὲς στὴ μέθη τῆς δημιουργίας τὴ στρογγυλή κοιλιὰ τοὺς / κάτω ἀπ’ τὶς πορτοκαλιές τῆς Ἄνοιξης – σάμπως νὰ κουβαλοῦσαν πίσω ἀπ’ τὴν ἄσπρη τους ποδιά / μικρές γήινες σφαῖρες… / Δέ μιλοῦσαν οἱ γυναῖκες∙ / ἀγέρωχες αὐτές, ἀνῆκαν στὸ μέλλον, προχωροῦσαν, / ὅταν οἱ ἄντρες σταματοῦσαν κάθε τόσο μπρός στὸ ἀλέτρι, / ἤ ὅταν κρατοῦσαν τὸ δρεπάνι σὰν τὸ κουρασμένο φρύδι τοῦ φεγγαριοῦ, μὲς στὴν ἀσάφεια τοῦ ἀπόβραδου… / Αὐτὲς μόνες μὲς στὸ περβόλι μὲ τὰ ὑψηλά ἡλιοτρόπια περίμεναν βέβαιες τη γέννηση, / καὶ τὰ ἡλιοτρόπια τοὺς φώτιζαν τὸ λαιμό καὶ τὸ πρόσωπο μὲ φωτεινούς κύκλους, / κ’ οἱ πρῶτες ρόδινες φακίδες στὰ μεγάλα μέτωπά τους / ἦταν τὰ μυστικά σημάδια τῆς αἰώνιας ζωῆς, / ὅπως οἱ βολβοί τῶν φυτῶν, οἱ πατάτες τῶν κυκλάμινων, / ὅπως οἱ ἀπόρρητες ρίζες τῶν δέντρων, ποὺ δουλεύουν χωρὶς νὰ τὶς ἀκοῦμε, χωρὶς νὰ τὶς βλέπουμε…
– – – -Εἶναι πάντα μιὰ γέννηση – ἔλεγε ὁ Ξένος – / κι ὁ θάνατος μιὰ πρόσθεση, ὄχι ἀφαίρεση. Τίποτα δέ χάνεται… / Γιὰ τοῦτο οἱ ἄντρες, / ὅταν νιώθουν τὸ φόβο ἀπ’ τὴ δουλειά, ἀπ’ τὴ φθορά, ἀπ’ τὸ κενό, ἀπ’ τὶς ἐφημερίδες, / ἀπ’ τὴ μνήμη τῶν πολέμων, ἀπ’ τὸ τρίξιμο στὶς κλειδώσεις τῶν δάκτυλών τους / ἤ ἀπ’ τὴν κραυγή τοῦ ἥλιου ποὺ σφηνώνεται μέσα στὰ κόκκαλά τους, / ἁρπάζουν τὶς γυναῖκες ὅπως ἁρπάζουν τὰ κλαδιά ἤ τὶς ρίζες ἑνὸς δέντρου πάνω ἀπ’ τὸ γκρεμό / κ’ αἰωροῦνται κεῖ πάνω, σὰ νὰ παλεύουν ἤ νὰ παίζουν μὲ τὸ χάος… // Κ’ οἱ γυναῖκες ξέρουν καὶ κλείνουν τὰ μάτια τους, / δέ λένε ὄχι, / περιμένουν∙ / κι ὅταν αὐτοί κοιμοῦνται πάλι ἐκεῖνες ἀγρυπνοῦν∙ / κ’ εἶναι κι αὐτοί παιδιά τους ὅπως τὰ παιδιά τους, / θὰ τοὺς μεγαλώσουν κι αὐτούς ὅπως καὶ κεῖνα, / θὰ τοὺς ταΐσουν μὲ τὸ μαστό τους, μὲ τὴ σιωπή τους καὶ μὲ τὴν ἄρνησή τους κάποτε, / θὰ τοὺς ποτίσουν ξανά μὲ τὴ δίψα τῆς ἕνωσης, κ’ ἕνα πελώριο κῦμα σκοτεινό / θὰ στρογγυλέψῃ τὴν ὅρμή του κάτω ἀπ’ τ’ ἀντρικά πλευρά, πανέτοιμο / νὰ χτυπήσῃ κατακούτελα τὰ φράγματα, νὰ σύντριψῃ τὰ φράγματα, / ὥσπου νὰ σβήσῃ στὴν καθημερινή ἀμμουδιά, στὰ μικρά βότσαλα, στὴν κούραση, στὴ λησμοσύνη, / δίχως πολλές φορές νὰ βρῇ νὰ χτυπήσῃ τὸ βράχο, νὰ τιναχτῇ δοξαστικό ψηλά / σὰν ἀντίστροφος καταρράχτης μιᾶς συντριμμένης ἔντασης. // Καὶ πάλι οἱ γυναῖκες, / σὰ νὰ μήν εἶδαν τὸ χαμηλωμένο κῦμα τους, θὰ τοὺς ἀφήσουν νὰ πλαγιάσουν, / θ’ ἀσχοληθοῦν μὲ τὶς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ κρατᾶνε τὰ μάτια χαμηλωμένα, / θὰ γονατίσουν μπροστά στὴ σκάφη νὰ πιάσουν ἀποβραδίς τὸ προζύμι, / σὰ νὰ μὴν πρόσεξαν τὸ κράνος τῶν ἀντρῶν πούπεσε καταγῆς∙ θὰ τὸ μαζέψουν ἥσυχα κι αὐτό, / σὰ νἄταν μιὰ πήλινη γλάστρα, θὰ φυτέψουν ἀργότερα κεῖ μέσα λουλούδια, / μικρά λουλούδια σπιτικά, κάτι γαλάζια λουλούδια πεντάφυλλα, / θὰ τοὺς μαντάρουν, πλάι στὴ λάμπα, τὰ τσουράπια τους / μὲ κεῖνο τὸ ὑπομονετικό ξύλινο αὐγό θὰ τοὺς μαντάρουν / τὴ χιλιοτρυπημένη ἐμπιστοσύνη τους, γιατι οἱ ἄντρες / πολύ περπατᾶνε, πολύ κουράζονται, πολύ φοβοῦνται, πολύ πολεμᾶνε, / κ’ εἶναι λεβέντες μὲ τὰ στριφτά μουστάκια τους, τὶς ἄγριες τρίχες τους, τ’ ἄγρια ὄργανά τους, / κ’ εἶναι παιδιά, κι οὔτε γνωρίζουνε τὴ δύναμή τους, / μονάχα ἀπὸ καυγάδες καὶ παλληκαριές γνωρίζουν, γιατί αὐτοί / δέν ἔμαθαν τὴν πλήρη ἀναμονή μῆνες καὶ μῆνες, καὶ τὴν ἄλλη χρονιά, / αὐτοί δέ φέρνουν μὲς στὰ σπλάχνα τοὺς τὴ ζωή, δέν τὴν ταΐζουν μὲ τὸ σπλάχνο τους / δέν ἀκοῦνε τὰ βήματα τοῦ ἐπερχόμενου μέσα τους / δέν εἰναι ἡ γῆς, μονάχα ὁ σπόρος ποὺ ρίχνεται στὴ γῆς, κ’ ὕστερα ὁ κάματος κι ὁ ὕπνος, / ἕνας ὕπνος πλατύς καὶ βαθύς, δίχως ὄνειρα. Τὰ ὄνειρα πάλι τὰ κρατᾶνε οἱ γυναῖκες, μὰ κάποτε / ἀκοῦνε οἱ ἄντρες μὲς στὸν ὕπνο τους, ἀκοῦνε τὰ ἴδια τους τὰ βήματα μέσα στὸν ὕπνο / σά νὰ σηκώθηκαν σὲ μιὰ πομπή τὰ τέλεια ἀγάλματα, / σά νὰ μιλοῦν οἱ πέτρες, τὰ ποτάμια, τὰ δάση, / κι ὁ γνωρισμένος ὕπνος τους περιβάλλει τὴ γῆ καθὼς ὁ ἀγέρας, / τὴ γῆ μὲ τὶς γυναῖκες, τὰ παιδιά, τοὺς αἰῶνες. / Τοῦτος ὁ ὕπνος / γίνεται ἡ γνωριμία ὅλης της ἔκτασης τοῦ βασιλείου μας, / μιὰ σκάλα ριγμένη μέσα στὸ ἄπειρο, / τὸ μέγα ξύπνημα τῆς ὅλης δύναμής μας μέσα σ’ ὅλο τὸ φῶς. // Καὶ τότε στρέφουν οἱ ἄντρες καὶ χαμογελᾶνε κ’ ὑπομένουν / μὲ τὴ γαλήνια στάση τοῦ κατωρθωμένου, / σὰ νἄχαν κόψει λίγο πρὶν πάνω στὸ γόνατό τους / ἕνα ποτάμι μὲ τὰ δυό τους χέρια – ἔτσι γαλήνια / τόσο που οἱ γυναῖκες τρομάζουν, / χάνονται στὴν κουζίνα, θυμιάζουν τὰ κονίσματα, / ἑτοιμάζουν φασκόμηλο καὶ βεντοῦζες, / καῖνε μοσχοκάρφια στὴ φλόγα τῆς καντήλας, / ρίχνουν σταγόνες λάδι στὸ ποτήρι τὸ νερό, / σταυρώνουν τὸ ψωμί καὶ τὸ προσκέφαλο!.. // Μὰ ὁ ἴσκιος τῆς ξύλινης σκάλας ἀνεβαίνει πάνω ἀπ’ τὸ ταβάνι, / κ’ οἱ πλεξοῦδες τὰ κρεμμύδια σαλεύουν ἀπὸ ἀόρατους ἀνέμους σάν πανιά καραβιῶν ποὺ τοὺς παίρνουν τοὺς ἄντρες τους, / καὶ στὰ κρεμασμένα μπρίκια καθρεφτίζονται ἄγνωστα πρόσωπα τῆς παλιᾶς φαμίλιας που ἐπιστρέφουν, // ὁ σταυρός ὁ χαραγμένος στὸ ζυμάρι ὀρθώνεται, / ὁ ἀσβέστης στὸ λάκκο τῆς αὐλῆς ἀρχίζει νὰ κοχλάζῃ, / οἱ πετεινοί λαλοῦνε ὅλη τη νύχτα / σά νὰ ξημερώνῃ ἑφτά φορές, σά νὰ μή νύχτωσε καθόλου, / καὶ τὰ πρόσωπα τῶν ἀρσενικῶν, ἀκόμη καὶ τῶν πιό μικρῶν ἀγοριῶν, ἀστράφτουν μὲς στὸ βράδυ, / γιομᾶτα πιτσιλιές σουβάδες σά νἄχτιζαν ὁλημερίς μιὰ μεγάλη ἐκκλησία / ὅλο γυμνές κολῶνες καὶ πελώρια παράθυρα / χωρίς χρωματιστά τζάμια, χωρίς εἰκόνες, χωρίς ἐπιτάφιους, / μὲ μιὰ ὑψηλή λευκότητα χωρίς σκιά, χωρίς πληγή, χωρίς θάνατο…
– – – -Κ’ εἶναι σὰν μιὰ ἔξοδος ἀπ’ τὸ χρόνο, σὰν καθήλωση τοῦ χρόνου, σὰν κατάργησή του / ἀπ’ τὴν ταχύτητα τῆς σκέψης καὶ τῆς μνήμης καὶ τοῦ ὀνείρου, / κι ἀπ’ τὴν ὑπομονή τῆς ἀνθρώπινης πράξης. / Εἶναι ἡ ἕνωση, εἶπε, / τοῦ ἄντρα καὶ τῆς γυναίκας, τῆς σιωπῆς καὶ τῆς φωνῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς ποίησης / – καὶ πιά τὸ σφύριγμα τῆς σιγαλιᾶς μέσα στὶς κλειδαρότρυπες τῶν σπιτιῶν δέ γίνεται πίσω ἀπ’ τὶς πλάτες σου, / καὶ τὸ φύσημα τῆς νύχτας μὲς στὶς τρῦπες τῶν ἄστρων δέν εἰναι ἑνα σύνθημα / γιὰ κάποιον ἄλλον ποὺ ἐσύ δέν τὸν βλέπεις καὶ ὑπονοεῖ ἐσένα. / Οἱ πόρτες πάνω καὶ κάτω μένουν ὀρθάνοιχτες∙ φυσάει ὁλόγυρα μὲ παρρησία ὁ ἀγέρας, / καθαρίζει ἡ ἀτμόσφαιρα, τὰ κλειδιά ἀχρηστεύονται ἀπὸ μόνα τους, / κι ὅλος ὁ κάμπος, ὁ ἀρχαῖος, ὁ χοντροκόκκαλος, / τρέμει τὰ μεσάνυχτα σύγκορμος ἀπ’ τὸ βουητὸό τῶν γρύλλων, ἀπ’ τὶς κραυγές τῶν βατράχων, ἀπ’ τὸ πριόνισμα τοῦ Γαλαξία, / καὶ τὸ φεγγάρι που ἀνεβαίνει τελετουργικά ἀπ’ τὸν ὁρίζοντα / εἶναι σὰν τὸν καινούργιο μουσκεμμένο κουβά που ἀνεβάζει τὸ ἀμίλητο νερό ἀπ’ τὸν Κάτω Κόσμο…
– – – -Τότε τὰ κόκκαλα τῶν Ἑλλήνων – τῶν Ἐνετῶν, τῶν Φράγκων, τῶν Τούρκων, τῶν Ἑλλήνων – / θαμμένα κάτω ἀπο ὁλόκληρα βουνά χρόνια καὶ χώματα ὀρθώνονται / ἔξω ἀπ’ τὶς πρασινισμένες πανοπλίες τους καὶ τὰ σάπια τους ροῦχα / – γυμνά σώματα, εὐαίσθητα, ἀκέρια, / στέρεα κ’ ἐρωτικά, μέσα στὴν πρώτη γνωριμία τῶν αἰσθήσεων, / ὄχι ἐχθρικά τὄνα στ’ ἄλλο, ὄχι ἀντίπαλα, / μὲ μόνο τους ὅπλο τὴν ἀρχαῖα ἐπιθυμία τους, τὸ αἷμα μας, τὴ μνήμη μας… / Τὰ χέρια τῶν ἄντρων φαρδαίνουν, / ὁ ἀντίχειρας γίνεται ἕνα μεγάλο γεφύρι ἀπ’ τοὺς αἰῶνες, / τὰ βουνά εἰναι σὰ γόνιμα στήθια γυναίκας, λεία καὶ ἀγέρωχα, / ὠγκωμένα ἀπ’ τὸ γάλα. / Καὶ τὰ ἱερά ἀνθρώπινα ἐργαλεῖα / κρέμονται στὰ καρφιά τοῦ σπιτιοῦ, ἢ στὰ ἐργαστήρια, / ἥσυχα, σοβαρά, ἀνεξίθρησκα / σάμπως νὰ μήν ὑπῆρχε χωρισμός καὶ χάσμα κι ἀπουσία καὶ στέρηση. / Τὸ ὀδοντωτό πριόνι, μὲ τὸ στενόμακρο σχῆμα μιᾶς χιλιετίας, / τὸ σφυρί, σὰν τὸ ἄγαλμα τῆς ἀντρικῆς γροθιᾶς, / τὸ δρεπάνι, σὰν τὸ ἀνοιγμένο μπράτσο τοῦ ἔρωτα, κ’ οἱ μετάλλινες πρόκες, / σὰν τὰ ἐπίμονα δόντια ποὺ κατατρῶνε τὴν ἀπόσταση καὶ τὸ ἄγνωστο, / ἀκόμη καὶ τὰ ξύλινα καρφιά ποὺ καρφώνουν τὰ παπούτσια / εἶναι σὰ μικρά ἀστέρια μπηγμένα σ’ ἕνα χαμηλό χρήσιμο στερέωμα. // Ὁ ξυλοφάγος μεμιᾶς σταματάει τὴ δουλειά του κι ἀφουγκράζεται / τὰ πυκνά συντεταγμένα βήματα τῶν σταφυλιῶν, / τοὺς σπόρους που ἀνοίγουν τὶς σκεβρωμένες πόρτες τους∙ κ’ ἡ μαύρη μελίγκρα / ποὺ πολιορκοῦσε τὰ κόκκινα φύλλα τῆς ροδιᾶς, σωριάζεται καταγῆς, / καὶ τὰ τριαντάφυλλα ἀνάβουν στοὺς κήπους! Κείνη τὴν ὥρα οἱ ἄντρες / παίρνουν μιὰν ἄλλη οἰκειότητα μὲ τ’ ἄστρα∙ καθὼς γυμνοί ἀπ’ τὴ μέση σκύβουν στὸ παράθυρο / εἶναι σὰ νἄκοψαν μὲ τὸ σουγιά τους ἕνα πεπόνι / καὶ νὰ ρίχνουν τοὺς νοτισμένους σπόρους κάτω στὴ νύχτα. Καὶ τὸ τρίξιμο τῶν παλιῶν σανίδων / κάτω ἀπ’ τὰ γυμνά πέλματα τῆς γυναίκας ποὺ σηκώθηκε τὰ μεσάνυχτα / ἀποχτάει μιὰν εἰλικρίνεια κι ἀγαθότητα, σάμπως νὰ λέῃ τὸ φαγωμένο πάτωμα: // Πάτα ἐλεύθερα! Τὰ παιδιὰ κοιμοῦνται ἥσυχα. Ἔπεσε ὁ πυρετός τους… Κ’ οἱ γυναῖκες / χαμογελοῦν πάλι ὁλομόναχες μὲς στὴ σοφία τῆς διάρκειας, / καὶ τὰ παιδιά χαμογελοῦν στὸν ὕπνο τους / σά νἄμαθαν μεμιᾶς τὸ μυστικό τῆς ἀρχιτεκτονικῆς μέσα στὴν ἴδια του τὴ μυστικότητα / ἀπ’ τοὺς χωματένιους προμαχῶνες τῆς σφήκας, μὲ τὶς πολλές ἀπύθμενες ὀπές, / κι ἀπ’ τὰ κέρινα ἑξάγωνα κελλάρια τῆς μέλισσας.
– – – -Ἴσως ἔτσι νὰ μάθαμε καὶ μεῖς ἀργότερα, ἀπ’ τὰ παιδιά ποὺ ὑπήρξαμε, / ἀπ’ τὶς γυναῖκες, ἀπ’ τὶς μέλισσες, ἀπ’ τ’ ἄστρα, / ἀπ’ τὴν ἀνάμνηση, ἀπ’ τὴν πράξη, ἀπ’ τὴ θέληση, / τὴν τάξη καὶ τὴν οἰκονομία τῆς φύσης, τοῦ σπιτιοῦ, τοῦ γραφείου, τοῦ σώματός μας…

– – – -Ὅλα δικά μας – εἶπε ὁ Ξένος – ὅλα τοῦ κόσμου τούτου ! / Καὶ τοὺς νεκρούς μας τοὺς κουβαλᾶμε μέσα μας, / χωρίς ὁ χῶρος νὰ στενεύῃ, χωρίς νὰ βαραίνουμε∙ / συνεχίζουμε τὴ ζωὴ τοὺς ἀπ’ τὶς βαθειές στοές καὶ τὶς ἔρημες ρίζες, / τὴ δική τους ζωή, τὴ δική μας ἀκέρια μὲς στὸν ἥλιο. Τότε ἀκριβῶς εἶναι ποὺ γίνεται / μιὰ μεγάλη ἡσυχία, μιὰ μεγάλη διαφάνεια∙ / διακρίνονται πέρα τὰ γαλανά νησιά καὶ τὰ νησίδια ποὺ ποτέ ὣς τότε δέ φάνηκαν, / κι ἀκούγεται εὐδιάκριτα ἡ χορωδία τῶν μικρῶν κοριτσιῶν ἀπ’ τὴν ἀντίπερα ὄχθη / – τῶν μικρῶν κοριτσιῶν ποὺ φύγανε νωρίς, ἀφήνοντας / μισοτελειωμένη τὴν πρώτη τους συνομιλία μὲ μιὰ μαργαρίτα…

– – – -Σᾶς ἔλεγα, λοιπόν, πὼς δέν ὑπάρχει ὁ θάνατος – τελείωσε ὁ Ξένος, / ἥμερα, ἁπλά, τόσο ποὺ ἐμεῖς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό, / δέ φοβηθήκαμε τοὺς σκεπασμένους καθρέφτες. Ἕνας τρίγωνος ἥλιος στὸν ἀπέναντι τοῖχο / εἶχε ἐπιμηκυνθῆ, φωτιζόταν ὁλόκληρο τὸ βορεινό δωμάτιο / ἀπὸ μιὰ μόνιμη ἀντανάκλαση… Μᾶς πῆρε τὸ ἄρωμα / ἀπὸ βουνά καρπῶν ποὺ ξεφορτῶναν στὰ μανάβικα. / Ἀκούσαμε τοὺς χτύπους στὸ γειτονικό σιδεράδικο καὶ τὰ τρὰμ ποὺ ἔστριβαν δίπλα στὰ κρεοπωλεῖα… // Εἴχαμε τὴν ἰσόρροπη αἴσθηση μιᾶς ἀφάνταστης εἰρηνικῆς συγκομιδῆς, / ἀπὸ μεγάλες, τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες, τοποθετημένες / μὲ προσοχή καὶ τάξη σὲ ὀρθογώνια καφάσια, ποὺ μεταφέρονταν / ἀπ’ τὶς ἀγροτικές περιοχὲς ἴσα στὶς ἀγορές τῶν πόλεων καὶ στὰ πολύβουα λιμάνια..- / πελώρια αὐτοκίνητα τρέχαν στοὺς ἡλιόλουστους δρόμους, / σὰ μυστικά ὁλοπόρφυρα βουνά… / Σηκωθήκαμε, / ξεσκεπάσαμε τοὺς καθρέφτες, κοιταχτήκαμε, / κ’ ἤμασταν νέοι πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, νέοι / ὓστερ’ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, γιατι ὁ χρόνος κι ὁ ἥλιος / ἔχουν τὴν ἴδια ἡλικία: τὴν ἡλικία μας! / Κι αὐτό τὸ φῶς δέν ἤτανε καθόλου ἀντικατοπτρισμός, / μὰ τὸ δικό μας φῶς, φιλτραρισμένο μέσα ἀπ’ ὅλους τους θανάτους! // Κι αὐτός ὁ Ξένος ἦταν ὁ πιό δικός μας!.. Οἱ γυναῖκες τοῦ ζέσταιναν νερό νὰ πλυθῆ, / οἱ ἄντρες βγῆκαν νὰ ψωνίσουν γιὰ τὸ τραπέζι. Τὸ πιὸ μικρό κορίτσι τοῦ σπιτιοῦ / ἔφερε παστρικές πετσέτες, ἕνα μικρό ρόδινο μοσκοσάπουνο, / ἕνα κύπελλο ζεστό νερό, τὸ μεγάλο πινέλο τοῦ ξυρίσματος, / καὶ τ’ ἀκούμπησε πλάι στὸν ὁλόγυμνο καθρέφτη. // Ὁ ἀτμός ἀπ’ τὸ ζεστό νερό χνώτιζε λίγο-λίγο τὸν καθρέφτη, σάμπως νὰ τὸν ἕντυνε καὶ πάλι, / καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ξένου, ποὺ ἄρχισε νὰ ξυρίζεται, / μὲς ἀπ’ τὶς σαπουνάδες θαμποφαίνονταν, μὲς στὸ ὄρθιο κρύσταλλο, / ἀγαθό, νεανικό καὶ μειλίχιο σὰν πρωινό φεγγάρι…

Ἀναρτήθηκε στὸ Ποίηση, Ρίτσος | Σχολιάστε

Πρώτα η παραγωγή

maxresdefault

Του Αρίστου Δοξιάδη*

Τα δύο μεγάλα μόνιμα ελλείμματα στην οικονομία, που σε συνδυασμό έφεραν την κρίση, ήταν το δημοσιονομικό και το έλλειμμα παραγωγής. Υποτίθεται ότι τα Μνημόνια σχεδιάστηκαν για να αντιμετωπίσουν και τα δύο, αλλά έχουμε φτάσει στο σημείο όπου πρέπει να διαλέξουμε ποιο έχει προτεραιότητα, και η κυβέρνηση έχει επιλέξει το δημοσιονομικό. Κάνει λάθος, και το πληρώνουμε ακριβά. Το πρόβλημα πηγάζει από την αγωνιώδη προσπάθειά της να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα, είτε με νέους φόρους είτε με νέους τρόπους αποτροπής της φοροδιαφυγής. Αυτές οι ενέργειες λειτουργούν ανασταλτικά στις όποιες προσπάθειες να αυξηθούν η παραγωγή και η απασχόληση, που θα προέλθουν από τον ιδιωτικό τομέα.

Στον διάλογο για τις προτεραιότητες διαβάζουμε μακρο-αριθμούς («Οι φόροι στην Ελλάδα είναι κατά 4% του ΑΕΠ λιγότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης») και αφηρημένα ουσιαστικά («επιχειρηματικότητα», «φοροδοτική ικανότητα»). Θα ήταν πιο χρήσιμο να σκεφτούμε από την πλευρά των ανθρώπων που υφίστανται τις πολιτικές του κράτους και που οι δικές τους πράξεις θα φέρουν τα αποτελέσματα και στα δύο μέτωπα, της παραγωγής και των δημόσιων οικονομικών. Δεν υπάρχει «επιχειρηματικότητα» χωρίς επιχειρηματίες και στελέχη, και δεν υπάρχουν φόροι χωρίς φορολογούμενους που τους πληρώνουν. Το πολιτικό δίλημμα προκύπτει επειδή οι φορολογούμενοι που καλούνται με τα πρόσφατα μέτρα να πληρώσουν περισσότερο ή να είναι πιο συνεπείς, σε μεγάλο βαθμό ταυτίζονται με τους ανθρώπους που καλούνται να αυξήσουν την παραγωγή και να δημιουργήσουν νέες δουλειές.

Ο φόρος κατοχής ακινήτων, που έχει συζητηθεί πολύ, δεν είναι καθ’ εαυτό κακός ή παράλογος. Πολλοί φιλελεύθεροι οικονομολόγοι διεθνώς τον προτιμούν από άλλους φόρους, π.χ. του εισοδήματος. Σε εμάς τα προβλήματα είναι, πρώτον, ότι είναι ένας επιπλέον φόρος, σε μια χώρα όπου τα εισοδήματα έπεσαν απότομα και τα έσοδα του κράτους έχουν ήδη αυξηθεί πολύ ως ποσοστό του ΑΕΠ (κατά 6 μονάδες από το 2009 ώς το 2013). Θα ήταν πολύ καλύτερα αν ίσχυε σε αντικατάσταση κάποιας άλλης επιβάρυνσης. Δεύτερον, εφαρμόζεται με τρόπο άγαρμπο και ίσως παράνομο, πράγμα που ενισχύει την αίσθηση του κράτους που αρπάζει όπως μπορεί. Και τρίτον, μειώνει τις αποταμιεύσεις αυτών που είναι υποψήφιοι επενδυτές σε μικρές επιχειρήσεις.

Χωρίς επενδύσεις σε μικρές οικογενειακές μονάδες, νέες ή που ήδη υπάρχουν, δεν υπάρχει περίπτωση να αυξηθούν σημαντικά το ΑΕΠ και η απασχόληση, αφού, για διάφορους λόγους, ούτε το Δημόσιο ούτε οι μεγάλες εταιρείες μπορούν να δημιουργήσουν πολλές νέες δουλειές στην παραγωγή. Ο γιατρός που θα δώσει στην κόρη του 100 χιλ. για να σχεδιάσει κοσμήματα, και ο φαρμακοποιός που θα επενδύσει 300 χιλ. για να δοκιμάσει να εξαγάγει βότανα είναι ο τύπος του «επενδυτή» που ρεαλιστικά θα μπορούσαμε να κινητοποιήσουμε σε αυτήν τη φάση. Αυτούς τους δυσχεραίνουν η φορολογική αφαίμαξη των περιουσιών, αλλά ακόμη περισσότερο ο φόβος των ποινών πάνω στο επιχειρείν.

Γιατί αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες με τα πρόστιμα και τις ποινές για φορολογικές παραβάσεις και χρέη στο Δημόσιο είναι εξωφρενικό. Το εργαστήρι που δεν οφείλει ούτε ένα ευρώ ΦΠΑ και έχει έναν εξωτερικό λογιστή με 200 ευρώ τον μήνα θα έχει πρόστιμο 1.000 ευρώ αν αργήσει για μία μέρα να υποβάλει τη μηνιαία (πιστωτική) δήλωση. Ο επαγγελματίας που δεν μπορεί να πληρώσει ΟΑΕΕ δεν χάνει απλώς το ασφαλιστικό του δικαίωμα, γίνεται υπόδικος. Ο μικροεργοδότης πρέπει να εφαρμόσει τις υψηλότερες κρατήσεις στην Ευρώπη πάνω στον χαμηλό μισθό του υπαλλήλου του, αλλιώς θα εξοντωθεί από τα πρόστιμα. Το στέλεχος της εταιρείας που χρεοκοπεί μέσα στην κρίση μπορεί να χάσει το σπίτι του για να πληρωθεί το ΙΚΑ του τελευταίου μήνα. Και όλοι αυτοί χάνουν το δικαίωμα να ξαναεπιχειρήσουν για πολλά χρόνια. Επιπλέον, τώρα υπάρχει και «πόθεν έσχες» για τις επενδύσεις σε επιχειρήσεις, που σημαίνει ότι οι αποταμιεύσεις της μεσαίας τάξης, που σε μεγάλο βαθμό προέρχονται από παλιότερα αδήλωτα εισοδήματα, δεν μπορούν να επενδυθούν παραγωγικά, και θα μείνουν κλεισμένες στα σπίτια, είτε στο εξωτερικό.

Το πλέγμα των κυρώσεων που έχει νομοθετηθεί πρόσφατα θα ήταν πολύ καλό σε άλλες συνθήκες, αν το βασικότερο πρόβλημα της χώρας ήταν η φοροδιαφυγή και η ασυνέπεια. Σήμερα, είναι η παραγωγή και η απασχόληση, και αν αυτές δεν αυξηθούν, ούτε οι φόροι είναι διατηρήσιμοι. Η κυβέρνηση θα πρέπει να διαλέξει. Τι μπορεί να κάνει;

Να αποφασίσει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διατηρηθεί μόνο κόβοντας δαπάνες, π.χ. τα άχρηστα γραφεία και τις συντάξεις πριν από τα 62. Να μειώσει τις επιβαρύνσεις στην παραγωγή, αρχίζοντας από τον βαρύτατο φόρο εργασίας που ονομάζεται «ασφαλιστικές εισφορές». Να καταργήσει κάθε ποινή πάνω στην επιχειρηματική αποτυχία και στην αδυναμία πληρωμών έπειτα από χρεοκοπία. Να άρει τα έμμεσα αντικίνητρα για επένδυση σε μικρές επιχειρήσεις. Να μειώσει τα υπέρογκα πρόστιμα για μικρές παραβάσεις. Να βρει ικανά στελέχη και να τους δώσει εξουσία να εφαρμόσουν πολιτική υπέρ της παραγωγής, με την ίδια επιμονή που προωθεί τη φορολογική συμμόρφωση η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων. Για να έχει από πού να εισπράξει ο κ. Θεοχάρης.

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι συγγραφέας του βιβλίου «Το αόρατο ρήγμα: θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία».

Καθημερινή

Ἀναρτήθηκε στὸ Uncategorized | Σχολιάστε

Ποια κεντροαριστερά;

digital-vox-community-manager-en-facebook-1

Tου Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Είναι γνωστό και ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η Βιομηχανική Επανάσταση, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη Γαλλική του 1789, ανέδειξε στο επίπεδο της κοινωνικής και πολιτικο-οικονομικής φιλοσοφίας, αλλά και σε αυτό της πολιτικής, ιδέες και μορφώματα που καθόρισαν την πορεία του κόσμου μας τα 230 τελευταία χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, στις ποικίλες εκδοχές της, είναι από θεωρητικής πλευράς σε μεγάλο βαθμό απότοκος της μαρξιστικής φιλοσοφίας και της σχετικής κοινωνικο-πολιτικής αντιλήψεως. Στο δε πολιτικό επίπεδο στηρίχθηκε αρχικά στην ανερχόμενη ευρωπαϊκή εργατική τάξη και στα μεσαία στρώματα που προέκυψαν από αυτήν.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η σοσιαλδημοκρατία των Μπερνστάϊν, Κάουτσκυ, Μπάουερ και άλλων, από τις αρχές του 20ου αιώνα είχε απομακρυνθεί από την ολοκληρωτική μορφή του μαρξισμού, την οποία ο Λένιν μετέτρεψε σε καθεστώς σε μία χώρα που είχε υποτυπώδες προλεταριάτο. Διότι σαφώς η Ρωσία του 1917 απείχε πολύ από τις τότε βιομηχανικές δυνάμεις, που ήσαν η Γερμανία, η Βρεταννία, η Γαλλία εν μέρει και το σημερινό Μπενελούξ. Εξάλλου, το λενινιστικό πραξικόπημα στην Ρωσία, το οποίο στην ουσία ανέτρεψε την σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κερένσκυ, απομάκρυνε ακόμη περισσότερο την σοσιαλδημοκρατία από τον μαρξισμό και τις εγκληματικές εφαρμογές του και την έφερε πολύ πιο κοντά στην φιλελεύθερη αντίληψη για τον άνθρωπο, τα δικαιώματά του και την κοινωνικο-οικονομική του οργάνωση.

Με κύριο εκπρόσωπό της την γερμανική εκδοχή της, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία απέκτησε ισχυρές ρίζες στη βόρεια Ευρώπη, αποδεχόμενη την κοινοβουλευτική δημοκρατία και την υπό κοινωνικό έλεγχο οικονομία της αγοράς. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, απετέλεσε κυβερνητική λύση σε χώρες με βιομηχανική παράδοση, όπως η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Δανία, η Φινλανδία, η Νορβηγία, η Μεγάλη Βρεταννία, η Γαλλία και το Λουξεμβούργο. Συγγενές με την σοσιαλδημοκρατία, αν και όχι απολύτως συνταυτισμένο με αυτήν, υπήρξε και το βρεταννικό Εργατικό Κόμμα, που και αυτό βρέθηκε στην εξουσία πριν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, στην βιομηχανική Ευρώπη, η σοσιαλδημοκρατία  περιθωριοποίησε πλήρως –με εξαίρεση την Γαλλία και την Ιταλία– τα κομμουνιστικά κόμματα, τα οποία, για λόγους που χρήζουν ειδικής αναλύσεως και μελέτης, γνώρισαν καλύτερες μέρες στις λιγότερο βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης (Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Σερβία, κ.α.).

Υπό το φως των παραπάνω δεδομένων, η Ελλάδα δεν γνώρισε ένα πραγματικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα βιομηχανικού τύπου. Απλώς, σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές ιδέες αναπτύχθηκαν στην ελληνική πολιτική ζωή από πολιτικούς και διανοούμενους με δυτικοευρωπαϊκή κουλτούρα. Επίσης, σε αντίθεση με τις αναπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές βιομηχανικές χώρες, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στην χώρα μας πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν περισσότερο καθεστωτικό, παρά μαζικό χαρακτήρα (βασιλικοί-αντιβασιλικοί, βενιζελικοί-αντιβενιζελικοί, κ.ο.κ.), Έτσι, η χώρα μας δεν διέθετε κόμματα με ξεκάθαρα ιδεολογικό χαρακτήρα, αλλά ούτε και πολιτικούς –με εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα– που να πιστεύουν σε παγιωμένες στην βιομηχανική Ευρώπη πολιτικές και κοινωνικές αρχές.

Ακόμα χειρότερα, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έδωσε την ευκαιρία στο οριακό προπολεμικά κομμουνιστικό κίνημα να αποκτήσει ισχυρά ερείσματα μέσα από την υπεξαίρεση της εθνικής αντιστάσεως και να παγιδεύσει στους κόλπους του δημοκράτες πολιτικούς που καμμία απολύτως σχέση δεν είχαν με την λενινιστική πρακτική και την σταλινική θηριωδία.

Παρόλα αυτά, κάποιοι από τους ανθρώπους αυτούς ενεπλάκησαν στην προσπάθεια του ΚΚΕ να εκβιάσει τον Στάλιν και πήραν μέρος σε μία ολέθρια για την χώρα εμφύλια σύρραξη, στην οποία το διακύβευμα ήταν δημοκρατία ή κομμουνιστικός ολοκληρωτισμός.

Η κομμουνιστική ανταρσία υπήρξε μοιραία για τις ιδέες του δημοκρατικού σοσιαλισμού στην Ελλάδα και επέτρεψε σε αντιφιλελεύθερες δυνάμεις να εδραιώσουν το προ του Πολέμου φαυλοκρατικό πολιτικό σύστημα μέσα από την καλλιέργεια του εθνικισμού, της θρησκοληψίας και των πελατειακών σχέσεων. Με βασικό επίσης επιχείρημα τον κομμουνιστικό κίνδυνο, οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις δημιούργησαν και ένα σοσιαλιστικού τύπου κράτος, το οποίο σε κάποια φάση κάλυπτε το 80% της οικονομικής δραστηριότητας. Κατά κύριο δε λόγο είχε υπό τον έλεγχό του το 85% του πιστωτικού συστήματος, μέσω του οποίου ήλεγχε και το σύνολο της παραγωγικής μηχανής της χώρας. Το 1964 η τότε κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου προσπάθησε να εκσυγχρονίσει το σύστημα αυτό, αλλά υπονομεύθηκε εκ των ένδον –με πρωτεργάτη της υπονομεύσεώς της τον γυιο του πρωθυπουργού και μετέπειτα ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ Ανδρέα Γ.Παπανδρέου.

Έτσι, η χώρα οδηγήθηκε στη περιπέτεια της στρατιωτικής δικτατορίας, η οποία την απομάκρυνε από το τότε ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και την απομόνωσε διεθνώς. Ακόμα χειρότερα, η δικτατορία έβαλε τέλος και στον πολιτικό εκσυγχρονισμό της χώρας, παράλληλα όμως έδωσε την ευκαιρία να εκτραφούν και να αναδειχθούν οι πιο θλιβερές δυνάμεις του λαϊκισμού σε κοινωνική και πολιτική πρωτοπορία.

Η μεταπολιτευτική έτσι Ελλάδα, παρά την με πολιτικά κριτήρια ένταξή της στην ευρωπαϊκή οικογένεια, από θεσμικής πλευράς απείχε αρκετά από το ευρωπαϊκό δημοκρατικό πλαίσιο. Από την άλλη πλευρά, δεν αξιοποίησε και την πολύτιμη ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια για να βοηθήσει την ανάπτυξή της. Οι όποιες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της χώρας που έγιναν από τις κυβερνήσεις Κ. Μητσοτάκη την περίοδο 1990-1993 και Κ. Σημίτη το διάστημα 1996-2000, ανακόπηκαν άδοξα από τις αντιδραστικές δυνάμεις του λαϊκισμού και της λεηλασίας –και μοιραία η χώρα κατέληξε στην πλήρη χρεοκοπία.

Υπό αυτές τις επικίνδυνες και την δημοκρατία συνθήκες, το θέμα δεν είναι πλέον η ανάδειξη μιας ευρωπαϊκού τύπου κεντροαριστεράς στην χώρα. Το μεγάλο διακύβευμα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα είναι η συσπείρωση όλων των δυνάμεων του εκσυγχρονισμού και της ευρωπαϊκής μας πορείας στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, απέναντι στον φαιοκόκκινο ολετήρα και τις διάφορες συνιστώσες του. Αν αυτό δεν συμβεί, και μάλιστα πολύ γρήγορα, οι νέες περιπέτειες στις οποίες θα εισέλθει η χώρα θα αποβούν πιθανότατα μοιραίες για τις επόμενες γενιές.

European Business

Ἀναρτήθηκε στὸ Uncategorized | Σχολιάστε

Έχουμε πολλά επεισόδια του δράματος να δούμε ακόμα

comedy

Πριν λίγες μέρες, σ’ ένα τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων, στο κάτω μέρος της οθόνης εκεί που μπαίνει εκείνη η γραμμή-τίτλος, έλεγε: Μας πιέζουν για νέα δάνεια. Το ότι κάποιος δημοσιογράφος έγραψε αυτή τη σουρεαλιστική πρόταση και 100δες χιλιάδες τηλεθεατές τη διάβασαν χωρίς να προσέξουν τίποτα περίεργο, δείχνει πόσο έχει απομακρυνθεί η δική μας ελληνική πραγματικότητα από κάθε λογική πραγματικότητα. Άλλωστε, ο νέος διακομματικός στόχος είναι να απαλλαγούμε από τα μνημόνια και να βγούμε στις αγορές. Σε αυτούς τους «τοκογλύφους» δηλαδή, στους «γύπες των αγορών» που πριν 4 χρόνια ήταν οι υπαίτιοι της καταστροφής. Σ’ αυτή τη χώρα ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία, μπερδεμένη, τον ακούει. Αυτός ο ηρωικός λαός που αιώνες αντιστέκεται, τώρα αντιστέκεται στις πιέσεις να του δώσουν κι άλλα λεφτά. Και θα τα βρει στους «τοκογλύφους». Για να απαλλαγεί από τις «δυνάμεις κατοχής». Τι δεν καταλαβαίνεις;

Ξαφνικά όλα έχουν σταματήσει. Για πρώτη φορά οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα κρατούν 6 μήνες και φως στον ορίζοντα δεν φαίνεται. Η δυναμική των μεταρρυθμίσεων τελείωσε. Η κυβέρνηση μοιάζει να λέει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εμείς μέχρι εδώ μπορέσαμε να φτάσουμε. Παραπέρα βρείτε άλλους. Ενάμιση χρόνο μετά τις εκλογές, συζητάμε πάλι μόνο για εκλογές. Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει το πραγματικό έργο, τη μεταρρύθμιση του κράτους και της οικονομίας.

Όλο το αδιέξοδο οφείλεται σε μια εξαρχής πλάνη όλου του πολιτικού συστήματος. Πίστεψαν ότι μπορούν να μειώσουν το έλλειμμα με σκληρές φορολογικές πολιτικές και έπειτα να διατηρηθεί το χρεοκοπημένο σύστημα ίδιο, απλώς σε φτωχότερα επίπεδα. Τώρα αποδεικνύεται η πλάνη. Η δημόσια δαπάνη έχει μείνει σταθερή ως ποσοστό του ΑΕΠ, πράγμα που σημαίνει ότι ο δημόσιος τομέας κατάφερε να προστατεύσει τα κεκτημένα του τα οποία υπερπλήρωσε ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας. Το κράτος καθυστερεί να αλλάξει τις δομές του, μένει όπως πάντα γραφειοκρατικό και αντιπαραγωγικό αλλά με λιγότερα λεφτά, πράγμα που σημαίνει ακόμα χειρότερες υπηρεσίες. Πράγμα που σημαίνει περισσότερα λουκέτα, μεγαλύτερη ανεργία και οξύτερη μορφή της κρίσης από την αναμενόμενη, γιατί η κοινωνική προστασία είναι ανύπαρκτη. Η διαχείριση της κρίσης είναι περισσότερο υπεύθυνη για τη φτώχεια από την ίδια την οικονομική κρίση.

Αντί να συζητάμε για αξιοποίηση της δημόσιας περιούσίας, για το Ελληνικό, αντί να συζητάμε για ιδιωτικοποιήσεις των κρατικών επιχειρήσεων που χρεοκοπούν υπό την κομματική και συνδικαλιστική διοίκηση, αντί να μιλάμε για συγχωνεύσεις χιλιάδων άχρηστων οργανισμών, φορέων και ιδρυμάτων και για μεταθέσεις των εργαζομένων από θέσεις της πλάκας σε παραγωγικές θέσεις στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου, μιλάμε μόνο για κατασχέσεις της εφορίας και πλειστηριασμούς.

Η μείωση των ελλειμμάτων και τα πρωτογενή πλεονάσματα, ακόμα κι αν υπάρχουν, δεν είναι βιώσιμα μ’ αυτό τον τρόπο. Ο ασθενικός ιδιωτικός τομέας κατέρρευσε προσπαθώντας να χρηματοδοτήσει το χρεοκοπημένο κράτος. Πώς θα ήταν οι συνέπειες της ύφεσης αν γινόταν σωστά η διαχείριση της κρίσης; Ποτέ δεν θα το μάθουμε. Σ’ αυτή τη χρεοκοπημένη χώρα, μετά από 4 χρόνια, πληρώνουμε πάντα 5,2 δις κάθε έτος για φροντιστήρια. Πόσα λουκέτα θα είχαν αποφευχθεί αν τα ΕΣΠΑ δεν πήγαιναν σε κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις, σε σωματεία και δημάρχους, σε μητροπόλεις, σε πανεπιστήμια και νοσοκομεία, αν δεν μεταμφίεζαν δηλαδή το κόστος του κράτους που παραμένει ανέγγιχτο; Πόσες θέσεις εργασίας θα είχαν σωθεί αν τα προγράμματα ανεργίας δεν πήγαιναν σε μη βιώσιμες θέσεις εργασίας στις ενορίες και στους δήμους;

Όχι μόνο η φοροδοτική ικανότητα της κοινωνίας έχει εξαντληθεί, αλλά και το σύστημα αντιδρά ακόμα και σε ό,τι έχει γίνει μέχρι τώρα. Δικαστικές αποφάσεις ακυρώνουν τις μειώσεις μισθών σε δικαστές και ένστολους, κανείς δεν δέχεται να μετατεθεί ούτε από τη μια σχολή στην άλλη, οι εκπαιδευτικοί θεωρούν αιτία πολέμου την αξιολόγηση. Ο στόχος των απολύσεων μοιάζει με ανέκδοτο, απεναντίας ανακοινώνονται 10.000 προσλήψεις στο Δημόσιο. Οι αγρότες πιέζουν, όπως πάντα, για φοροαπαλλαγή και οι συντεχνίες αντιδρούν στην παραμικρή νύξη για απελευθέρωση των αγορών. Η βάση του πελατειακού συστήματος περνάει στην αντεπίθεση και απ’ την πλευρά της έχει δίκιο. Αν δεν αλλάξει το σύστημα αλλά διατηρηθεί το ίδιο, απλώς οι outsiders χάσουν τα πάντα, οι «μέσα» πολλά και η κορυφή τα λιγότερα, τότε όλοι μπορούν να αισθάνονται αδικημένοι.

Έτσι επιστρέφουμε στο 2010, σαν να μην πέρασε μια μέρα. Αντιμετωπίζουμε τα ίδια προβλήματα, αφού βυθίστηκε η κοινωνία σε μια ύφεση πολύ χειρότερη απ’ όσο χρειαζόταν. Οι προσπάθειες για να διατηρηθεί το σύστημα ανέπαφο αποδεικνύονται μάταιες. Είμαστε ξανά στην αρχή, η δύσκολη μάχη είναι μπροστά μας. Σ’ αυτή τη φάση αρχίζουν να αναπτύσσονται στο πολιτικό σύστημα δεύτερες σκέψεις. Το Πασόκ καταστράφηκε, η ΝΔ το ακολουθεί. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης οδηγεί σε τυχοδιωκτικές σκέψεις. Αν πραγματικά η μάχη εναντίον του κρατισμού, του πελατειακού κράτους, του συντεχνιασμού και της κομματοκρατίας είναι αναπόφευκτη, ας ματώσουν κι αυτοί που κάθονται στην εξέδρα και περιμένουν να τα κληρονομήσουν.

Ξανά εκλογές.

Ο Σύριζα καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να λειτουργεί αιωνίως σε μια παράλληλη φανταστική πραγματικότητα. Την τελευταία εβδομάδα το οικονομικό επιτελείο του διέγραψε σε λίγες μέρες 4 χρόνια. Ο ένας είπε να αφήσουμε τις σαχλαμάρες για τα «επαχθή» χρέη και να ετοιμαστούμε για φορολόγηση των «πλουσίων», όπου πλούσιοι είναι όσοι φοροδιαφεύγουν, δηλαδή η «αγανακτισμένη» βάση του κόμματός του. Και των άλλων, βεβαίως. Ο άλλος είπε ότι καθήκον μιας αριστερής κυβέρνησης είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα, δηλαδή ότι για να καλύψεις 24 δις έλλειμμα που είχαμε το 2009, ήταν αναπόφευκτη η δημοσιονομική προσαρμογή και η λιτότητα. Και ο τρίτος και καλύτερος ζήτησε «μια μη δανειακή αναπτυξιακή χρηματοδότηση για ορισμένο αρχικό χρονικό διάστημα». Γιατί άμα είσαι αριστερός μπορείς να βρίσκεις τις πιο κομψές διατυπώσεις για να ζητάς λεφτά. Δηλαδή, εμείς που δεν χρωστάγαμε δεν πληρώναμε, που δεν είχαμε ανάγκη τα μνημόνια και κάναμε το νέο ΕΑΜ για να διώξουμε τις «δυνάμεις κατοχής» που μας έκαναν «οικονομική αποικία», τώρα ζητάμε όχι απλώς κούρεμα των δανείων αλλά και άλλα λεφτά από τους «κατακτητές», χαρισμένα λεφτά, νέα πακέτα Ντελόρ, προγράμματα, ΕΣΠΑ, σχέδια Μάρσαλ, μη «δανειακά» λεφτά. Γιατί αλλιώς δεν βγαίνουμε, γιατί 30 χρόνια κοινοτικές επιδοτήσεις δεν μας έφτασαν. Ζητάμε να μας αναλάβουν, για πάντα, παρασιτισμός το τελευταίο στάδιο του κομμουνισμού.

Δε λέω, κυνικά μιλώντας, για μας, από το να αναλάβουν τα ελλείμματά μας τα δικά μας παιδιά των Ελλήνων, καλύτερα να τα μοιραστούν τα παιδιά όλων των Ευρωπαίων. Αλλά όλα αυτά δείχνουν πως σ’ όλη την ιστορία οι ελληνικές ελίτ, πατριωτικά και επαναστατικά πάντα, ζητιάνευαν την ξένη χρηματοδότηση κατηγορώντας τους συγχρόνως. Το ελληνικό κρατικοδίαιτο σύστημα εξουσίας πίστεψε ότι μεταφέροντας τα βάρη στον ιδιωτικό τομέα θα διατηρήσει τις χρεοκοπημένες δομές. Θα χρεώσει τα μνημόνια στο Πασόκ, θα το «κάψει», θα βαφτίσει το Πασόκ Σύριζα και θα συνεχίσει απτόητο. Δεν γίνεται. Αν το Πασόκ αντιμετωπίζοντας την πραγματικότητα καταστράφηκε, αν η ΝΔ με την «αντιμνημονιακή» διετία των Ζαππείων μάς κληροδότησε ψεκασμένους και ναζί πριν ετοιμαστεί να εγκαταλείψει κι αυτή όπως φαίνεται τώρα, ο Σύριζα θα αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα ως μετωπική σύγκρουση με τοίχο. Αν δεν αναδειχτούν ευρωπαϊκές, μεταρρυθμιστικές δυνάμεις στη χώρα, η αγωνία θα συνεχίζεται, το «πολιτικό ατύχημα» θα είναι πάντα μπροστά μας, η φτώχεια δεν θα αντιμετωπίζεται. Έχουμε πολλά επεισόδια του δράματος να δούμε ακόμα. Είμαστε στην αρχή της συνειδητοποίησης.

Φώτης Γεωργελές

Athens Voice

Ἀναρτήθηκε στὸ Uncategorized | Σχολιάστε