Ο θάνατος του Μεγαλέξαντρου

06-Death_of_Alexander_Karl_von_Piloty_(1886)Θάταν Μάης του 323 – κ’ η Βαβυλώνα βρισκόταν σε πολεμική ατμόσφαιρα. Οι τόσοι νέοι στρατιώτες που θα πήγαιναν στην εκστρατεία και θάπαιρναν σ’ αυτήν το βάφτισμα του πολέμου, εξασκούνταν, ενώ κι ο στόλος, πούταν κιόλας έτοιμος, σχεδόν κάθε μέρα έβγαινε απ’ το ναύσταθμο γι’ ασκήσεις στο κουπί και στο δοιάκι – θέαμα για τα πλήθη της πρωτεύουσας. Και τις πιο πολλές φορές ήταν εκεί κι ο ίδιος ο Αλέξανδρος, και μοίραζε στους νικητές των συναγωνισμών επαίνους και χρυσά στεφάνια. Γνωστό ήταν πως θα ξεκίναγε σε λίγο η εκστρατεία, και περίμεναν όλοι πως μετά τους επιτάφιους αγώνες στη μνήμη του Ηφαιστίωνα θα γίνονταν οι θυσίες εκείνες και τα συμπόσια όπου συνήθιζε ο Αλέξανδρος να εξαγγέλη στην αρχή νέων πολεμικών επιχειρήσεων.

Ξένοι αμέτρητοι μαζεύτηκαν στην τελετή κι ανάμεσά τους πρέσβεις κι από την Ελλάδα, σα θεωροί όμως, αφού θείες τιμές είχαν ψηφιστή ν’ απονέμωνται στον Αλέξανδρο, κ’ έτσι λοιπόν και του παρουσιαστήκανε να τον προσκυνήσουν, ελληνικά, προσφέροντάς του και τα στεφάνια τα χρυσά, που μ’ αυτά οι πόλεις τώρα παραβγαίναν ποια θα πρωτοτιμήση το θεό-βασιλιά! Ύστερα φτάσανε κ’ οι βασιλικοί θεωροί απ’ το Αμμώνειο, πούχαν σταλθή να ρωτήσουν πως ώριζ’ ο θεός να τιμηθή ο Ηφαιστίων, κ’ έφερναν την απάντηση: Να θυσιάζουν σ’ αυτόν σαn ήρωα. Κι όταν πήρε το χρησμό ετούτον ο Αλέξανδρος διέταξε να κάνουν την κηδεία και τις πρώτες θυσίες στον ήρωα Ηφαιστίωνα!..

Γκρέμισαν ένα μέρος από τα τείχη της Βαβυλώνας κ’ ύψωσαν αυτού μεγαλοπρεπή κατασκευή, πενταόροφη, πάνω από 60μ, της πυράς για την καύση του Ηφαιστίωνα, που 10000 τάλαντα διάταξε να ξοδευτούν για δαύτην ο Αλέξανδρος, κι άλλα 2000 πρόσθεσαν φίλοι και μεγιστάνες, πρέσβεις και βαβυλώνιοι.

Φάνταζ’ εκεί αστραφτερό απ’ το χρυσάφι και ντυμένο στην πορφύρα το οικοδόμημα καταστόλιστο, με ζωγραφιές και ξυλόγλυπτα και στην κορφή του με σειρήνες διάκοιλες (κούφιες), που θρηνητικά για το νεκρό αντηχούσαν από μέσα τους τραγούδια.

Έτσι, μ’ επιτάφιες θυσίες και πομπές επικήδειες και μοιρολόγια του ‘βαλαν φωτιά να καή το λαμπρό κατασκεύασμα!..

…Στέκονταν αυτού ο Αλέξναδρος, κι άναψ’ ὀλο μπρος του το θαυμάσιο έργο, και κατακάηκε κ’ έπεσε, άλλο μην αφήνοντας παρά καταστροφή, ερημιά και πένθος για κείνον που πέθανε κ’ έγινε στάχτη!..

Κ’ ύστερα οι θυσίες, για τον ήρωα Ηφαιστίωνα!.. Ο ίδιος έκανε στον α φ η ρ ω ι σ μ έ ν ο φίλο τις πρώτες σπονδές. Και 10000 σφάγια θυσιαστήκανε για χάρη του, και μοιραστήκανε όλα στο στρατό, και ο Αλέξανδρος τους κάλεσε όλους να φαν και να πιουν, να τον θυμόνται!

Κι άλλες γιορτές τις άλλες μέρες… Κ’ επειδή πια είχε οριστή κ’ η μέρα που θα κινούσ’ ο στόλος και θ’ ἀρχιζ’ η αραβική εκστρατεία, θυσίασε ο Αλέξανδρος, καθώς έπρεπε, στους θεούς που συνήθιζε, θυσίασε και στην καλή την Τύχη – θυσίασε, καθώς τούπαν οι μάντεις, και σε θεούς αλεξίκακους. Κ’ ενώ χαρούμενος όλος ο στρατός έτρωγε κ’ έπινε όσα τους χάρισε, αυτός είχε καλέσει σε δείπνο τους φίλους, ν’ αποχαιρετήσουν το Νέαρχο.

Ήταν το βράδυ της 15ης Δαισίου. Κι αφού έφυγαν οι περισσότεροι από τους καλεσμένους του, ένας εταίρος Θεσσαλός, ο Μήδιος, τον καλεί ναρθή σε μια μικρή διασκέδαση στο σπίτι του, που θα πέρναγαν ευχάριστα.

Του ήταν αγαπητός ο ευγενής Θεσσαλός, και πήγε· το κέφι των φίλων του ‘φτιαξε τη διάθεση – κ’ ήπιε στην υγειά τους όλων αράδα!..

Ξημερώματα χώρισαν – λέγοντας πως πάλι θα ξαναβρίσκονταν το βράδυ.

Γύρισε στ’ ανάκτορα, λούστηκε και κοιμήθηκε ίσαμ’ αργά· ύστερα πήγε πάλι στου Μήδιου για δείπνο, κ’ ήπιε ξανά, ως βαθιά τη νύχτα.

Αδιάθετος γύρισε στ’ ανάκτορα, λούστηκε, έφαγε λίγο, και ξάπλωσε – κιόλας με πυρετό.

Το πρωί της 18ης Δαισίου ένιωσε άσκημα· οι συγκινήσεις τα τελευταία χρόνια, μα και τα’ απανωτά συμπόσια τις τελευταίες μέρες, τον κάνανε γενικά ευεπίφορο σ’ αρρώστειες – κ’ έτσι τον έπιασε δυνατός πυρετός. Χρειάστηκε να τον παν με κρεββάτι στο βωμό για τη θυσία που συνήθιζε κάθε πρωί· κ’ έμεινε μετά ξαπλωμένος στον ανδρώνα και φώναξε τους αρχηγούς του στρατού κ’ έδωσε τις αναγκαίες διαταγές για την εκστρατεία: ο στρατός θα ξεκίναγε στις 22, και ο στόλος, όπου θα μπάρκερνε ο ίδιος, την επόμενη μέρα. Ύστερα, το βράδυ, τον κουβάλησαν με το κρεββάτι στον Ευφράτη, μπήκε σε πλοίο, πέρασ’ απέναντι στον κήπο, κι αφού έκαν’ ένα μπάνιο εκεί, οληνύχτα είχε πυρετό, και ρίγος. Την άλλη, έπειτ’ από το λουτρό και την πρωινή θυσία, έμειν’ ολημέρα στην κάμαρά του, στο κρεββάτι, με συντροφιά τον Μήδιο – που του κουβέντιαζε και προσπαθούυσε να του φτιάξη τη διάθεση. Φώναξε, για τα’ άλλο πρωί, τους αρχηγούς, έφαγε λίγο για βράδυ και ξάπλωσε να κοιμηθή· ο πυρετός όμως ανέβηκε, χειροτέρεψε γενικά, και δεν έκλεισε μάτι οληνύχτα.

Το πρωί της 20ης, ύστερα απ’ το λουτρό και τη θυσία φώναξε το Νέαρχο και τους άλλους αρχηγούς του στόλου, και τους είπε πως εξαιτίας της αρρώστειας του έπρεπε ν’ αναβληθή ο απόπλους για μια μέρα, αλλά ήλπιζε ως τότε νάχη συνέλθει, και να μπορέση να μπαρκάρη στις 23. Κ’ έμεινε στο λουτρό, κ’ έκατσε στο κρεββάτι του ο Νέαρχος και του διηγιόταν απ’ το ταξίδι του στον ωκεανό. Τον άκουγε ο Αλέξανδρος, και χαιρότανε που σε λίγο θάχε κι αυτός να ζήση τέτοιες περιπέτειες.

Η κατάστασή του όμως χειροτέρευε – κι ο πυρετός ανέβαινε. Μολαταύτα το πρωί της 21ης, ύστερα απ’ το λουτρό και τη θυσία φώναξε πάλι τους αρχηγούς του ναυτικού, κ’ είπε να τάχουν όλα έτοιμα στις 23 για την υποδοχή του στο στόλο και να ξεκινήσουν· έπειτα όμως απ’ το βραδυνό λουτρό τούρθε δυνατώτερο ρίγος κι ολοφάνερα έχανε τις δυνάμεις του. Πέρασε άυπνος όλη τη νύχτα και με δυσφορία.

Την άλλη, με ψηλό πυρετό, τον κουβάλησαν στο σπίτι σιμά στη δεξαμενή για το κολύμπι, αλλά πολύ κόπιασε για τη θυσία. Κάλεσε, ωστόσο, τους αρχηγούς του στόλου, τους έδωσε και κάποιες ακόμα οδηγίες για τον απόπλου και, μιλώντας με τους στρατηγούς, για κάποιους προβιβασμούς σ’ άδεις θέσεις αξιωματικών, είπε να διαλέξουν αυτοί ποιοι θάπρεπε να προβιβαστούν – μα να κρίνονται αυστηρά.

Ξημέρωσε η 23η κι ο Αλέξανδρος ήταν κατάκοιτος άσκημα. Με κόπο τον κουβάλησαν στο βωμό, θυσίασε και προσευχήθηκε. Πέρασ’ άθλια νύχτα. Μόλις και μετά βίας μπόρεσε την άλλη το πρωί να θυσιάση. Διάταξε να μαζευτούν οι στρατηγοί στους προθαλάμους, κ’ οι χιλίαρχοι κ’ οι πεντακοσίαρχοι στην αυλή των ανακτόρων· τον κουβάλησαν απ’ τον κήπο στ’ ανάκτορα· κάθε στιγμή χειροτέρευε· κι όταν μπήκαν οι στρατηγοί, τους γνώρισε..-μα δεν μπορούσε πια να μιλήση. Τη νύχτα εκείνη, και την άλλη μέρα, και την άλλη νύχτα, ο πυρετός δεν τον άφησε – και κείτονταν άφωνος…

Στο στρατό και στην πόλη μαθεύτηκε αμέσως η αρρώστεια του Μεγαλέξαντρου, κ’ η εντύπωση που έκανε δεν περιγράφεται. Γύρω απ’ τ’ ανάκτορα στριμώχνονταν οι Μακεδόνες και γύρευαν να δουν το βασιλιά τους. Φοβόντουσαν πως είχε κιόλας πεθάνει και τους τόκρυβαν. Κλαίγανε κι απειλούσαν και παρακαλούσαν εκεί, ώσπου τους άνοιξαν την πύλη. Και τότε μπήκαν και πήγαιναν, ο ένας πίσω από τον άλλο, κατά το κρεββάτι του· κι ο Αλέξανδρος ανασήκωνε με κόπο το κεφάλι, αργοκινούσε κατ’ αυτούς λίγο το δεξί του χέρι, σα για να τους αποχαιρετήση, έγνεφε με το βλέμμα στους παλιούς τους συμπολεμιστές, χάνοντάς τους – αφήνοντας τους πια για πάντα…

Τη μέρα εκείνη, 27 του Δαισίου, τρέξαν ο Πείθων, ο Πευκέστας, ο Σέλευκος κι οι άλλοι στο Σαράπειο, και ρωτούσαν το θεό μήπως έπρεπε, ήταν καλύτερο, να του τον φέρουν εκεί, να του προσευχηθή;..

Και τους δόθηκε, λέει, από το θεό η απόκριση:

Να μην τον φέρουν… να μείνη αυτού – καλύτερα θάναι…

Και την άλλη μέρα, 28 Δαισίου, πέθανε ο Αλέξανδρος…

Johann Gustav Droysen, Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Μετάφραση Ρένος Η. Αποστολίδης

Έκδοση της Τραπέζης Πίστεως

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Ιστορία. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...