Ο ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ 1945-1956 (1o Μέρος)

tito_stalin_str-20_466292S1

Κατά τη διάρκεια των δέκα πρώτων ετών μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τα γεγονότα στα Βαλκάνια διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό τον κόσμο του Ψυχρού Πολέμου. Το ξέσπασμα της αδελφοκτόνου αιματοχυσίας στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 1944, η οποία λίγο αργότερα κλιμακώθηκε σε πλήρη εμφύλια σύρραξη, αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη σύγκρουση του Ψυχρού Πολέμου. Τον Μάιο του 1945, πριν τη γερμανική συνθηκολόγηση, μια ιδεολογικά παρακινούμενη αντιπαράθεση για τον έλεγχο της Τεργέστης έφερε πολύ κοντά στη ένοπλη σύγκρουση τον Κομμουνιστικό Λαϊκό Στρατό της Γιουγκοσλαβίας και τις Βρετανικές και Αμερικανικές δυνάμεις. Καθώς τελείωνε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, αναδυόταν ένα ρήγμα ανάμεσα σε αντίθετες ιδεολογικές παρατάξεις.

Τρία χρόνια αργότερα, ως αποτέλεσμα της διαμάχης ανάμεσα στη Μόσχα και το Βελιγράδι και την αποβολή της Γιουγκοσλαβίας από το Σοβιετικό «στρατόπεδο», η περιοχή έγινε μάρτυρας της πρώτης στρατηγικής αναδιάταξης ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Η επακόλουθη πενταετής αντιπαράθεση ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και την ΕΣΣΔ και των συμμάχων της δημιούργησε ένα σχίσμα το οποίο κατέστρεψε για πάντα οποιαδήποτε άποψη περί μονολιθικού Κομμουνιστικού κινήματος. Επιπροσθέτως, το διαζύγιο ενθάρρυνε τον ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας Γιόζιπ Μπροζ Τίτο, μαζί με τους ηγέτες της Ινδίας Τζαβαχαρλάλ Νεχρού και της Αιγύπτου Γκαμάλ Άμπντελ Νάσσερ να αναζητήσουν μια εναλλακτική πολύπλευρη λύση του Τρίτου Κόσμου έναντι του διπολικού κόσμου του Ψυχρού Πολέμου και τελικά να δημιουργήσουν το Κίνημα των Αδεσμεύτων. Τέλος, όπως επιβεβαιώνουν τα επίσημα κρατικά αρχεία των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης τα οποία ανοίχτηκαν πρόσφατα, η διστακτική Σοβιετο-γιουγκοσλαβική προσέγγιση η οποία ακολούθησε το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν το 1953 είχε σημαντική επίδραση στην προσπάθεια αποσταλινοποίησης στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη.

Η εγκαθίδρυση της Σοβιετικής σφαίρας επιρροής

Η απόβαση στη Νορμανδία το 1944 έδωσε τέλος στην προοπτική απόβασης των Συμμάχων στα Βαλκάνια και στον πιθανό αγώνα εναντίον του Άξονα στην περιοχή. Η απουσία δυτικών δυνάμεων διαμόρφωσε αποφασιστικά την μεταπολεμική διευθέτηση και την πολιτική σύνθεση της περιοχής. Στα τέλη του 1944 η Ρουμανική και η Βουλγαρική κυβέρνηση, μέλη του Άξονα, κατέρρευσαν υπό την απειλή του προελαύνοντος Κόκκινου Στρατού.

Δεν υπάρχουν αποδείξεις οι οποίες να υποδηλώνουν ότι ο Ιωσήφ Στάλιν είχε κάποιο σχέδιο για την εγκαθίδρυση μιας Σοβιετικής σφαίρας επιρροής στα Βαλκάνια. Οι απαρχές της βρίσκονται στη μοιρασιά των «λαφύρων του πολέμου» μεταξύ των ιδεολογικά αντίθετων νικητριών υπερδυνάμεων. Η Μόσχα χρησιμοποίησε κυβερνήσεις «λαϊκών μετώπων» ως εργαλεία εγκαθίδρυσης της πολιτικής της επιρροής, ενώ εξασφάλιζε αργά την ευλαβική υπακοή των νέων καθεστώτων μέσω της ιδεολογικής συνάφειας. Οι τοπικές πολιτικές περιστάσεις διαμόρφωσαν το ρυθμό και τον τρόπο ανάπτυξης της Σοβιετικής ηγεμονίας. Στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία, χώρες υπό Σοβιετική στρατιωτική κατοχή, η Μόσχα απλά εγκατέστησε «λαϊκές» κυβερνήσεις. Στη Γιουγκοσλαβία και στην Αλβανία εντούτοις, χώρες οι οποίες ήταν ήδη υπό Κομμουνιστικό έλεγχο, έπρεπε να πιεστούν από το Στάλιν ώστε να υιοθετήσουν το ίδιο πρότυπο. Οι «λαϊκές» κυβερνήσεις αποτελούνταν από αντιπροσώπους και των προπολεμικών κοινοβουλευτικών κομμάτων και των Κομμουνιστών· οι τελευταίοι κρατούσαν τις θέσεις κλειδιά, όπως τα Υπουργεία Εσωτερικών και Δικαιοσύνης.

Αφενός, δεδομένης της αρχικής δημοφιλίας και του λαμπρού πολεμικού ιστορικού των Κομμουνιστικών κομμάτων, το Κρεμλίνο πίστευε ότι η στρατηγική του «λαϊκού μετώπου» θα δημιουργούσε αρκετή υποστήριξη ώστε να επιτρέψει στους Κομμουνιστές να προωθήσουν το σοσιαλισμό με τη βοήθεια των μη-Κομμουνιστών εταίρων τους. Αφετέρου, η Μόσχα ήλπιζε επίσης ότι αυτό το πλαίσιο θα επέτρεπε τη συνέχιση της συμμαχίας της με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, ενώ θα εξασφάλιζε φιλικά προς αυτήν καθεστώτα στην περιφέρειά της. Κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαοκτώ μηνών μετά τον πόλεμο ο Στάλιν ήταν πολύ προσεκτικός ώστε να μην υπονομεύσει τις σχέσεις του με τους Δυτικούς Συμμάχους. Το φθινόπωρο του 1945, μετά την Βρετανο-αμερικανική κριτική στην πρώτη συνάντηση του Συμβουλίου των Υπουργών των Εξωτερικών στο Λονδίνο, ο Στάλιν, για παράδειγμα, χαλιναγώγησε του επαναστατικό τρόμο των Βουλγάρων Κομμουνιστών ενάντια στους πολιτικούς τους αντιπάλους.

Οδηγούμενοι από τους τοπικούς Κομμουνιστές, οι παρτιζάνικοι στρατοί οι οποίοι ελευθέρωσαν τη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία κατέλαβαν γρήγορα την εξουσία εγκαθιστώντας φιλοσοβιετικά καθεστώτα και επιτρέποντας στο Μόσχα να διαμορφώσει τις εξελίξεις σε αυτές τις χώρες με τρόπο ώστε το αποτέλεσμα να μοιάζει με μια «προσκαλούσα αυτοκρατορία». Σε αντίθεση με τους Κομμουνιστές ηγέτες της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας οι οποίοι έφθασαν στις χώρες αυτές μαζί με τον Κόκκινο Στρατό, οι νέοι ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας και της Αλβανίας ήταν ήρωες του αγώνα για την εθνική απελευθέρωση. Οι παρτιζάνοι του Τίτο ήταν χωρίς σύγκριση το ισχυρότερο αντιστασιακό κίνημα στην κατεχόμενη Ευρώπη. Ως αποτέλεσμα της σημαντικής συνεισφοράς τους στον αγώνα ενάντια στα Χιτλερικά στρατεύματα, έλαβαν επίσημη αναγνώριση και υλική υποστήριξη από τη Βρετανία από το καλοκαίρι του 1943. Ο Κόκκινος Στρατός ενεπλάκη σε επιχειρήσεις γύρω από το Βελιγράδι το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1944, μετά τις οποίες έφυγε από τη χώρα για να πολεμήσει στην Ουγγαρία. Οι Γερμανοί και Ιταλοί κατακτητές και τα καθεστώτα μαριονέτες τα οποία εγκατέστησαν, και ειδικότερα το γενοκτονικό καθεστώς των Ουστάζι στην Κροατία, προκάλεσαν τις αδελφοκτόνες σφαγές οι οποίες θα επαναλαμβάνονταν κατά τη διάρκεια της διάσπασης της Γιουγκοσλαβίας στη δεκαετία του 90. Ταυτόχρονα, ο πόλεμος για την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας ήταν μια κοινωνική επανάσταση η οποία έθεσε τους παρτιζάνους Κομμουνιστές απέναντι σε πιο συντηρητικές δυνάμεις, όπως ήταν οι Τσέτνικ, Σέρβοι αντάρτες τους οποίους υποστήριζε εξόριστη βασιλική κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας. Η εστίαση του αγώνα των Τσέτνικ στην καταστροφή των παρτιζάνων είχε οδηγήσει κατά περιόδους σε συνεργασία με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Οπλισμένοι με τη λαϊκή εντολή και με περισσότερο επαναστατικό ζήλο, οι Γιουγκοσλάβοι Κομμουνιστές ήταν κάποιες φορές επιλήσμονες της ευρύτερης ευρωπαϊκής πραγματικότητας και των γεωπολιτικών θεωρήσεων του Στάλιν.

Όταν ο Τίτο εισήλθε στο Βελιγράδι στις 20 Οκτωβρίου του 1944 ως αδιαμφισβήτητος ηγέτης της χώρας, διοικούσε τον τέταρτο σε μέγεθος στρατό στην Ευρώπη ο οποίος αποτελούνταν από παρτιζάνους έντονα αφοσιωμένους σε αυτόν. Ανταποκρινόμενος στις πιέσεις Βρετανών και Αμερικανών, ο Στάλιν σύντομα ανάγκασε τον Τίτο να δεχτεί μια συμμαχία με την εξόριστη βασιλική κυβέρνηση του Λονδίνου. Παρόλα αυτά, με τους Κομμουνιστές να έχουν σταθερά τον έλεγχο, η βιομηχανία της Γιουγκοσλαβίας εθνικοποιήθηκε γρήγορα. Τον Αύγουστο του 1945, τέθηκε σε εφαρμογή μια μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση αλλά χωρίς άμεση κολεκτιβοποίηση, αναγνωρίζοντας πιθανώς την ουσιαστική συμβολή των χωρικών στο κίνημα της αντίστασης κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στις 11 Νοεμβρίου 1945, οι Κομμουνιστές κέρδισαν συντριπτικά στις γενικές εκλογές. Δυο μήνες αργότερα δημιουργήθηκε η νέα Λαϊκή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας και ο Τίτο έγινε ο πρώτος της πρωθυπουργός.

Στην Αλβανία, ο Εμβέρ Χότζα, ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Αλβανικού Απελευθερωτικού Μετώπου, τέθηκε επικεφαλής της νέας κυβέρνησης. Κατά τη διάρκεια του πολέμου απεσταλμένοι του Τίτο ενεργούσαν ως σύμβουλοι του Αλβανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και βοηθούσαν στο συντονισμό της διοίκησης των στρατιωτικών επιχειρήσεων των παρτιζάνων. Λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση των Τιράνων, το Νοέμβριο του 1944, ο Χότζα κατάφερε να εξαλείψει το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης, συχνά μέσω συνοπτικών εκτελέσεων. Οι γενικές εκλογές το Δεκέμβριο του 1945 νομιμοποίησαν τν Κομμουνιστικό έλεγχο. Τρεις μήνες αργότερα το νέο σύναγμα, απομίμηση του Σοβιετικού Συντάγματος του 1936, ανακήρυξη την Αλβανία λαϊκή δημοκρατία. Μετά την πλήρη εθνικοποίηση της βιομηχανίας της και των πλουτοπαραγωγικών της πηγών στο τέλος του χρόνου, η Αλβανία ενσωματώθηκε πλήρως στη Σοβιετική σφαίρα επιρροής.

Ο τρόπος με τον οποίο περιθωριοποιήθηκαν οι Σοβιετικοί στη Συμμαχική Επιτροπή Ελέγχου στην Ιταλία το 1943 και η Βρετανική παρέμβαση στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 1944, διαμόρφωσαν αναμφίβολα την προσέγγιση του Στάλιν στη δημιουργία μιας σφαίρας επιρροής στα βαλκάνια. Ο Σοβιετικός ηγέτης πίστευε ότι η Βρετανία και οι ΗΠΑ νομιμοποιούσαν τη συμπεριφορά τους θεωρώντας ότι είχαν το δικαίωμα να επιβάλλουν λύσεις εντός της δικιάς του σφαίρας κατοχής. Ο Στάλιν δεν αντέδρασε έντονα· επιπλέον, η συμπεριφορά της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου επιβεβαίωσε την αντίληψη ότι η επιβολή ελέγχου στις αντίστοιχες σφαίρες επιρροής ήταν ένα φυσικό δικαίωμα των νικητών. Η συχνά μνημονευόμενη παρατήρηση που έκανε στο δείπνο με τον Τίτο και τον Μίλοβαν Τζίλας τον Απρίλιο του 1945 ότι «αυτός ο πόλεμος δεν ήταν όπως αυτοί του παρελθόντος· όποιος κατέχει μια περιοχή επιβάλλει επίσης και το δικό του κοινωνικό σύστημα», μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα σε αυτά τα πλαίσια. Αυτή η αναφορά έγινε λίγες εβδομάδες μετά τη συνάντηση στη Γιάλτα – στην οποία ο Στάλιν πίστευε ότι οι Τρείς Μεγάλοι είχαν καθορίσει σφαίρες επιρροής – η αναφορά δεν ήταν παραδοχή από το Στάλιν ενός σχεδίου Κομμουνιστικού ελέγχου της Ανατολικής Ευρώπης· αναγνώριζε τη μεταπολεμική διευθέτηση ανάμεσα σε ιδεολογικά αντιτιθέμενους νικητές. Ο Στάλιν κατάλαβε ότι τουλάχιστον η Βρετανία ήταν έτοιμη να αναγνωρίσει ότι το μεγαλύτερο μέρος των Βαλκανίων θα ήταν εντός τη Σοβιετικής σφαίρας επιρροής, ήδη από τις συνομιλίες κατά την επίσκεψη του Ουίνστον Τσώρτσιλ στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1944.

Η ανάδυση ενός ιδεολογικού ρήγματος στα Βαλκάνια προκάλεσε την πρώτη μεγάλη αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου. Στις 30 Απριλίου 1945 ο στρατός του Τίτο απελευθέρωσε και κατέλαβε το στρατηγικά σημαντικό Ιταλικό λιμάνι της Τεργέστης. Ακολούθως, ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης απέρριψε ευγενικά τις Βρετανικές και Αμερικανικές απαιτήσεις για αποχώρηση, δημιουργώντας μια επικίνδυνη κατάσταση αδιεξόδου στα συμμαχικά στρατεύματα το οποίο απειλούσε να γενικευθεί σε πλήρη στρατιωτική εμπλοκή. Ένα μήνα αργότερα ο Στάλιν ανάγκασε τον Τίτο να αποσυρθεί και να υπογράψει μια προσωρινή συμφωνία με τους Δυτικούς Συμμάχους, αφήνοντας την τελική διευθέτηση για την Διάσκεψη ειρήνης στο Παρίσι. Στη διάσκεψη, εντούτοις, το ζήτημα της Τεργέστης ήταν ένα από τα πιο έντονα σημεία αντιπαράθεσης. Προκάλεσε επίσης πιθανότατα την πρώτη διαφωνία εντός του Κομμουνιστικού στρατοπέδου. Το Σεπτέμβριο του 1946, η Γιουγκοσλαβική αντιπροσωπεία, δυσαρεστημένη με τις παραχωρήσεις των Σοβιετικών στο ζήτημα της Τεργέστης, απείλησε ότι θα αποχωρήσει από τις συνομιλίες. Παρόλα αυτά, ο Τίτο υπέκυψε στην κυριαρχία του Στάλιν. Η διάσκεψη στο τέλος επέκτεινε την προγενέστερη προσωρινή συμφωνία, αφήνοντας την Τεργέστη ως ένα επικίνδυνο σημείο ανάφλεξης. Τον Οκτώβριο του 1953 μια μονομερής Βρετανο-Αμερικανική απόφαση να παραδώσει τη διοίκηση της Τεργέστης στην Ιταλία, σε αντίθεση με τους όρους της υπάρχουσας συμφωνίας, έφερε τη Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία στο χείλος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης εντός λίγων ωρών. Ένα χρόνο αργότερα το ζήτημα της Τεργέστης διευθετήθηκε με μια συμφωνία υποστηριζόμενη από την Ουάσιγκτον, όπου η πόλη αποδόθηκε στην Ιταλία ενώ η Γιουγκοσλαβία διατήρησε στην κατοχή της το νότιο τμήμα της περιοχής.

(Συνεχίζεται…)

Απόσπασμα από το Cambridge History of The Cold War και πιο συγκεκριμένα από το κεφάλαιο Cold War in the Balkans 1945-56 που επιμελήθηκε ο  Dr. Svetojar Razak,  Associate Professor του LSE

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Ιστορία. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...