Η φιλελεύθερη και η μαρξιστική ερμηνεία του Διαφωτισμού

Salon_de_Madame_Geoffrin

Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, Τόμος Α. Εκδόσεις Θεμέλιο

Από τη μυθολογία του φιλελευθερισμού προέρχεται, πρώτα – πρώτα, η ταύτιση του Διαφωτισμού γενικά με την ηθική-κανονιστική του εκδοχή. Η φιλελεύθερη αντίληψη παραιτείται κάποτε από την ταύτιση του Διαφωτισμού με την εποχή του, (ήδη ο Kant, ο οποίος χαρακτηρίζει κάποτε την εποχή του «πεφωτισμένη κάνει διάκριση ανάμεσα σε μια «πεφωτισμένη εποχή» και σε μιαν εποχή του Διαφωτισμού») αφού μάλιστα στη διηνεκή παρουσία ενός επικίνδυνου «σκοταδιστή» αντιπάλου βρίσκει την αυτοδικαίωσή της. Ιδεολογικά θανάσιμος θα ήταν, όμως, γι’ αυτήν κάθε προγραμματικός διαχωρισμός του Διαφωτισμού (με την έννοια της εμμενούς ερμηνείας του κόσμου) από ορισμένα ιδεώδη και συνθήματα, τα οποία ωστόσο, όπως παρατηρήσαμε, ούτε σε λογική ούτε σε ιστορική αναγκαία σχέση βρίσκονται με την ερμηνεία τούτη. Στη φιλελεύθερη ορολογία ο «Διαφωτισμός» δεν μπορεί, λοιπόν, να χρησιμοποιηθεί ποτέ ως απλός τεχνικός όρος, και μάλιστα όχι μόνο εξαιτίας της ταύτισής του με ορισμένες κανονιστικές αρχές, αλλά και εξαιτίας της φιλελεύθερης πεποίθησης ότι οι τελευταίες δεν είναι μόνο τυπικές και επομένως πρακτικά μη δεσμευτικές, αλλά έχουν περιεχόμενο πρόδηλο – εκείνο δηλαδή που εκάστοτε τους δίνουν οι φιλελεύθεροι. Από τη σκοπιά της ιστορικής αυτοσυνείδησης του φιλελευθερισμού, η βαθμιαία επικράτηση των αρχών αυτών παρουσιάζεται, επιπλέον, ως αυτονόητη και απαραίτητη συνέπεια της κοσμοθεωρητικής αποθεολογικοποίησης στη συνάφειά της με την αποθεολογικοποίηση την κοινωνική, ως αιώνιο κέρδος μιας τελειωτικά απελευθερωμένης ανθρωπότητας. Αυτό, ωστόσο, αποτελεί λογικό άλμα από δύο απόψεις. Πρώτα-πρώτα, είναι δυνατόν η αποθεολογικοποίηση της κοσμοθεωρίας και της κοινωνίας να ενισχύσει εντελώς διαφορετικές κανονιστικές αρχές (και μορφές κυριαρχίας) από τις φιλελεύθερες (η δυνατότητα αυτή έχει γίνει στο μεταξύ πραγματικότητα σε μεγάλο μέρος του πλανήτη μας)· και δεύτερο, η συνεπής αποθεολογικοποίηση μπορεί να καταλήξει σε σχετικιστικά ή και μηδενιστικά συμπεράσματα. Για τη φιλελεύθερη μυθολογία σχετικά με το διαφωτισμό θα πρέπει να είναι πικρή ειρωνεία το ότι ο μηδενισμός των Νέων Χρόνων ακριβώς στην εποχή του Διαφωτισμού γνώρισε την πιο συνεπή και προγραμματική του διατύπωση, προπαντός χάρη στους LaMettrie και deSade. Εύλογο είναι να θεωρούνται τέτοια φαινόμενα, για προφανείς ψυχολογικές και ιδεολογικές αιτίες, εκτρωματικά ή ασήμαντα, ωστόσο η επιστημονική σύλληψη του Διαφωτισμού παραβλάπτεται απ’ αυτό, αφού μπορεί να καταδειχθεί ότι τα παραπάνω φαινόμενα, ανεξάρτητα από την αριθμητική τους ισχύ, αποτελούν τη λογική απόληξη τάσεων, οι οποίες συναντιούνται και σε ηθικολόγους διαφωτιστές και χρησιμοποιήθηκαν απ’ αυτούς ως όπλα εναντίον της παραδοσιακής θεολογίας. Ακριβώς αυτό οφείλει να αμφισβητήσει η φιλελεύθερη αντίληψη για το Διαφωτισμό: ότι οι κοσμοθεωρητικές-οντολογικές προϋποθέσεις των δικών της κανονιστικών αρχών (π.χ. το πρωτείο της ανθρωπολογίας έναντι στη θεολογία, όταν πάρει τη μορφή ανοιχτού αθεϊσμού) θα ήταν δυνατόν να συνεπάγονται την απόρριψη κάθε κανονιστικής αρχής.

Η μαρξιστική (και μαρξιστική-λενινιστική) ερμηνεία του Διαφωτισμού εμπλέκεται σε παρόμοιες δυσκολίες στο βαθμό που τονίζει αποκλειστικά την ηθική-κανονιστική άποψη της εποχής του Διαφωτισμού, θεωρώντας τον ιδεολογία της αστικής τάξης και παίρνοντάς τον στην ονομαστική του αξία, για να μπορέσει έτσι να επιρρίψει στην αστική τάξη προδοσία στα ίδια της τα ιδεώδη. Ο Διαφωτισμός αποτελεί, όπως λέγεται, την κοσμοθεωρητική σημαία της ανερχόμενης αστικής τάξης, που υποστέλλεται από τη νικηφόρα και συντηρητική πια αστική τάξη· η κληρονομιά του Διαφωτισμού περνά, έτσι, στον μαρξισμό, για να δώσει αυτός σάρκα και οστά στα ιδεώδη εκείνα, που η αστική τάξη εξήγγειλε τυπικά μόνον, αν και στο όνομα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Στην αντίληψη αυτή γίνεται λόγος για δυο διαδοχικές ιστορικές εποχές. Ο μαρξισμός πρέπει δηλαδή να θεωρήσει το Διαφωτισμό αυτοτελή εποχή, γιατί κι ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κεντρικό κίνημα μια ολόκληρης ιστορικής εποχής, η οποία, σύμφωνα με το σχήμα της ανοδικής ιστορικής πορείας, ακολουθεί μια προγενέστερη και ατελέστερη. Από την άλλη μεριά, ο μαρξισμός, ως χειραφετητικό κίνημα, δεν θα μπορούσε ποτέ να παρουσιαστεί ως κληρονόμος του αστικού Διαφωτισμού, αν ο τελευταίος δεν ταυτιζόταν με ορισμένες γενικά αποδεκτές κανονιστικές αρχές, που, καθώς λέγεται, η αστική τάξη τις ασπαζόταν τυπικά μόνο. Απ’ αυτό προκύπτει η διπλή στάση του μαρξισμού απέναντι στο Διαφωτισμό: στο βαθμό που θεωρεί τον εαυτό του υπέρβαση του Διαφωτισμού και φορέα μιας νέας, μετααστικής ιστορικής εποχής, ταυτίζει το Διαφωτισμό με την αστική τάξη· και στο βαθμό που παρουσιάζεται ο ίδιος ως τελείωση του Διαφωτισμού, οικειοποιείται την κανονιστική (χειραφετητική) εκδοχή του τελευταίου.

Και οι δυο αντιλήψεις είναι αβάσιμες, τόσο κοινωνιολογικά όσο και από την άποψη της ιστορίας των ιδεών. Η ταύτιση Διαφωτισμού και αστικής τάξης δεν παίρνει υπόψη της το γεγονός ότι – μολονότι ακριβώς η άνοδος της αστικής τάξης και η συνεπούμενη μείωση της κοινωνικής ισχύος της Εκκλησίας και της θεολογίας δημιούργησε προϋποθέσεις για την εμφάνιση του νεώτερου υλισμού και αθεϊσμού – η ίδια η αστική τάξη, στο σύνολό της, φερόταν πάντοτε δύσπιστα και αρνητικά απέναντι σε τέτοιες τάσεις, πιστεύοντας ότι τη ζημίωναν ή την εξέθεταν, και προτιμώντας αμφίρροπες δυαρχικές θέσεις. Η οξεία κριτική του Voltaire, κι ακόμη του Diderot, σε υλιστές όπως ο LaMettrie και ο Helvetius εκφράζει ακριβώς αυτή την ανησυχία των αστών. Η μαρξιστική, όμως, ερμηνεία θεωρεί τον υλισμό ως πραγματική επαναστατική δύναμη του αστικού Διαφωτισμού, πράγμα που συναρτάται με την αυτοσυνείδηση του υλιστικού μαρξισμού ως κληρονόμου των καλύτερων παραδόσεων του τελευταίου. Ερχόμαστε, έτσι, στη δεύτερη από τις παραπάνω δύο αντιλήψεις, στην οποία και μπορούν να αντιταχθούν τρία σημεία. Πρώτον, αν υπήρχε αναγκαία συνάφεια ανάμεσα σε υλισμό και «προοδευτικότητα» – όχι μόνο με αντιθεολογική, αλλά προπαντός με ηθική-κανονιστική έννοια-, τότε θα έπρεπε να καταδειχθεί ότι οι υλιστές ήταν «δημοκρατικότεροι» από άλλους διαφωτιστές. Αυτό δεν συμβαίνει. Ο Holbach, π.χ., δεν είναι διόλου δημοκρατικότερος απ’ ό,τι, λ.χ., ο Voltaire, ενώ αντίστροφα ο δημοκράτης Rousseau καταπολεμά με πάθος τον υλισμό και τον αθεϊσμό. Δεύτερον, εξαιτίας της ιδεολογικά επιθυμητής συνάφειας υλισμού και προοδευτικότητας (με ηθική-κανονιστική έννοια), η μαρξιστική αντίληψη αναγκάζεται να αρνηθεί ότι οι υλιστές κατέληξαν στον μηδενισμό (στην περίπτωση του La Mettrie, π.χ., τα κείμενα βιάζονται) και, αντίστροφα, θεωρεί τον σκεπτικισμό ως απλό προστάδιο του υλισμού. Επιπλέον δεν διερευνάται το πρόβλημα αν υλιστές, που στην κοινωνική και ηθική τους φιλοσοφία αποδέχονται κανονιστικές αρχές, είναι συνεπείς, αν δηλαδή η αποδοχή αυτή βρίσκεται σε λογική συμφωνία με τη μεταφυσική τους αφετηρία. Τρίτον, αφού ο μαρξισμός παρουσιάζεται όχι μόνον ως συνέχιση αλλά και ως υπέρβαση του διαφωτιστικού υλισμού, ο τελευταίος οφείλει να χαρακτηριστεί ατελής, δηλαδή μη διαλεκτικός ή μηχανιστικός, οπότε ως πηγή του μηχανιστικού θεωρείται ο Descartes. Η ανάλυσή μας θα δείξει, απεναντίας, ότι ο υλισμός του 18ου αιώνα θεμελιώθηκε ακριβώς πάνω στην απόρριψη του καρτεσιανού μηχανικισμού.

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Δοκίμιο. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Μία ἀπάντηση στὸ Η φιλελεύθερη και η μαρξιστική ερμηνεία του Διαφωτισμού

  1. Ὁ/ἡ oxtapus γράφει:

    Τὸ παρὸν ἀναδημοσιεύθηκε στὸ Oxtapus *blueAction.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...