Αποχαιρετισμός στην οδό Καραΐσκου αριθ. 106 – Νικηφόρος Βρεττάκος

Οι προθεσμίες τελειώσανε. Τρεις ή τέσσερες μέρες
το πολύ και θ’ αρχίσει του σπιτιού η κατεδάφιση.
Μηχανικοί κι επιβλέποντες τριγυρίζουν απ ’ έξω,
το τηλέφωνο κόπηκε. Όπου νάναι, λιγόστεψαν,
θα σωπάσουν κ’ οι βρύσες – κάμετε γρήγορα!
Ξεχειλισμένη η ψυχή μου δεν δένεται σε δεμάτια,
πώς να μεταφερθεί – ένα σωρό προβλήματα,
είναι βαριά η ψυχή μου! Φορτωμένη τα πράγματα
που δεν δένονται με σκοινιά, που δεν συσκευάζονται,
που δεν παίρνονται με αυτοκίνητα – των παιδιών το τραγούδι
που μετά τόσα χρόνια τριγυρνά στον αέρα
αυτού του σπιτιού – πώς μαζεύεται το τραγούδι,
ο αέρας πώς παίρνεται!
«Στη βρύση τη βουνίσια σιμά είν ’ η φλαμουριά,
Στον ίσκιο της καθόμουν ν’ αναπαυτώ γλυκά…».
Τέλος πάντων αρχίστε, πιάστε να δένουμε
τώρα τα πράγματα. Ας τραβήξει μετά
μπροστά το καμιόνι φορτωμένο τα έπιπλα,
εγώ θάρχομαι πίσω φορτωμένος δικούς μου
και αλλότριους στεναγμούς, που τους έφερνε απ’ όλα
τα σημεία της γης και τους έριχνε μες
στο σπίτι μας ο άνεμος. Χέρια της λύπης
πιάσαν το πόμολο, άνθρωποι ήρθανε,
γέροι, γυναίκες, μας είπαν τον πόνο τους,
κρεμάσαν εδώ τις πένθιμες μάσκες τους
τις άφησαν κ’ έφυγαν – πιάστε να δένουμε!
Σημειώσεις στα χέρια, σημειώσεις στο πρόσωπο,
ουλές, χαρακιές – εγώ θάρχομαι πίσω
φορτωμένος με δέσμες από μνήμες δασών,
τα παιδικά χρώματά μου που δεν τα εγκατέλειψα,
φορτωμένος με τραύματα. Κατεβάζετε τώρα,
πιάστε τα κάδρα, πιάστε τα ρούχα,
πιάστε τα σκεύη, κάμετε γρήγορα,
μη νοιαζόστε για πράγματα τέλος πάντων δικά μου,
βάλτε στην πάντα όσα δεν δένονται
κι αφήστε με εμένα να κάνω καλά.
Εδώ μάδησε κάποτε τ’ αλογάκι του ο γιος μου
να το αλλάξει σε λύκο, μετά το ζωγράφισε
να το κάνει πουλί – ψάχνω κάσσες,
ερμάρια, δεν βρίσκεται! Πέρασεν άλλωστε
τόσος καιρός, από τότε ώς εκείνο
το άλλο πρωί που πήγε στρατιώτης
και μπήκε στο τραίνο και το τραίνο ξεκίνησε,
κι από κείνη τη μέρα που φόρεσε η κόρη μου
το πρώτο της μάλλινο πλεχτό παπουτσάκι
– ανθοί λεμονιάς της στολίσαν το μέτωπο –
– πέρασαν άλλωστε – τι να μαζέψεις!
Ερχόνταν οι φίλοι μας το σπουργίτι κι ο ταχυδρόμος
κάθε μέρα μας καλημέριζαν, ερχόνταν οι φίλοι μας,
αύριο θάρθουνε πάλι, πώς να τους πάρουμε!
Μην ταραζόσαστε, δένετε σεις,
κάμετε γρήγορα, αφήστε με εμένα
να κάνω καλά.
                             Χρόνια η ψυχή μας
μεταγγίζονταν σε όλα τούτα τα πράγματα
που σηκώνονται σήμερα, όσο που μούσκεψαν,
όσο που τέλος έγιναν άλλο
πράγμα τα πράγματα, και τώρα, όπου νάναι,
θα ρθούν κ’ οι μαστόροι και δε θάναι κανείς
να τους πει για τις πέτρες: «πού θα τις πάτε»;
Να τους πει για τα ξύλα : «πού θα τα πάτε»;
Προσοχή, να τους πει, μην πατάτε μαστόροι
των παιδιών τα τετράδια, τ’ αγοράσαμε ακριβά,
στα νερά των σελίδων τους διακρίνονται ακόμη
τα χεράκια τους, πιάστε, αν δεν πιστεύετε,
πιάστε να δείτε, των παιδιών τα τετράδια
είναι ακόμα ζεστά.
                              Κάποιος πρέπει να επιστατήσει
όμως κάποιος που νάχει γενναία καρδιά.
«Στη βρύση τη βουνίσια σιμά είνη φλαμουριά
στον ίσκιο της καθόμουν ναναπαυτώ γλυκά…»
                              Κάτω απ’ όλες τις πέτρες
υπάρχουν φωνούλες· πατάτε προσεκτικά.
Η γυναίκα συγύριζε νευρικά,
μ’ ένα ταξίδι μέσα της εμποδισμένο
για το νοτιά, για το βοριά! Γυρεύοντας έξοδο
τρέχαν τα χέρια της, περασμένα μεσάνυχτα,
πέφταν στους τοίχους, λύγιζαν, γύριζαν,
σαν ασώματα μες στο σκοτάδι, τα δάχτυλα,
κάθε τόσο ακουγόντουσαν σαν νάταν το σπίτι
γιομάτο μεγάλα πουλιά που φτερούγιζαν.
Ζητώντας ένα άγνωστο, γαλάζιο πουλί,
ασπρίζαν τις κάμαρες, κρατούσαν καρφιά,
χτυπούσαν το πάτωμα σαν πόρτα ουρανού
που ποτέ της δεν θ’ άνοιγε.
« Κυλώντας απ’ το ένα δωμάτιο στο άλλο
τη σφαίρα του ονείρου σου, δεν άφησες πλέον
χώρο για τίποτα! Πού θα μπουν οι καρέκλες
των παιδιών; Πού τα ρούχα τους; Πού τον βλέπεις τον ήλιο;
Χαμογελάς σαν τ’ αγάλματα! Τα χέρια σου καίγονται
που βρίσκεις νερό; Χαμογελάς σαν τ’ αγάλματα!
Πού τον βλέπεις; Φυσάει…»
                                                 Ενώ πίσω απ’ την πόρτα
οι φωνές των παιδιών θυμίζανε έλευση
αγγέλων που βάσταγαν κρίνους στα χέρια τους,
θυμίζανε Πάσχα κ’ αιώνια άνοιξη:
«Στον ίσκιο της καθόμουν ναναπαυτώ γλυκά…»
Διπλωμένος στους τέσσερες τοίχους καθώς
στο βουνό ο στρατιώτης μες στην κουβέρτα του,
θαρρούσα πως ήμουν καθισμένος ανάμεσα
σε φυτώριο από μυγδαλιές. Τρόπο να μπει
δεν έβρισκε ο ήλιος μέσ’ απ’ τις πέτρες του· ποιες
αχτίνες λοιπόν ακλουθούσαν οι μέλισσες
και μπαίναν στο σπίτι; Πνέαν στον ύπνο μου
άσπρες μυρτιές, μυρωδιές λιβαδιών,
αγριολούλουδα, ίριδες. Όπου να πήγαινα,
η ψυχή μου κουβάλαγε μαζί και τους κήπους της,
έπαιρνε τα νερά της, τον ουρανό που της χρειάζονταν.
Στα πλακάκια, στο πάτωμα, τα δάκρυα φυτρώναν,
μπουμπούκιαζαν γρήγορα.
                                                Μπαίναν από τις χαραμάδες
τ’ αναστάσιμα τ’ ουρανού, νιφάδες λευκών
τραγουδιών που ξεφεύγαν από άρπες θαρρείς
και κιθάρες και φλάουτα – όπως γίνεται στα όνειρα
κάποτε των φυλακισμένων – πεταλούδιζαν γύρω μου.
Καλά είναι στον κόσμο. Και μες στις σπηλιές,
μπαίνουν κάποτε έντομα, σ’ επισκέπτονται σκαραβαίοι,
φέρνοντάς σου το μήνυμα του φωτός, ενώ, εσύ,
καθισμένος στο βάθος τους σταυροπόδι, χαράζεις
ύμνους στις πέτρες, γράφεις αχτίνες.
Άλλωστε, πάντοτε, όπου κι αν έμπαινα,
κουβαλούσα μαζί μου τα εικονίσματα του πρωινού,
του Μαΐου τα άμφια, και τ’ απόθετα αντίκρυ νου…
– Τι σταθήκατε; Τι
κρεμάσατε έτσι κάτω τα χέρια σας;
– Τ’ αλογάκι δεν βρέθηκε!
 Το καμιόνι σταμάτησε. Χτυπάνε την πόρτα.
Κάμετε γρήγορα! Πιάστε να βγάζουμε
τώρα όσα δέθηκαν κι όσα δε δέθηκαν.
Σα να ξεντύσαμε μιαν εκκλησιά,
πιάστε να βγάζουμε τώρα τα σκεύη μας!
Κλείστε καλά τη βρύση του νεροχύτη
που όλο λέει, και λέει με τόσο παράπονο
στην πέτρα, πως φεύγουμε. Τόσα χρόνια λοιπόν
και ποτέ τους δεν είδανε τούτα τα πράγματα
ότι έλαμπε ο ήλιος μέσα στα δάκρυά μου;
Δεν καταλάβανε; Μα εγώ ήμουν στο δάσος,
είχα ορίζοντα. Μη με κοιτάζετε.
Έχουνε τόσο βάθος τα μάτια μου
που δεν θα διακρίνετε μέσα τους τίποτα.
Κλείστε τη βρύση. Ήμουν στο δάσος!
Μην τα ψιλολογάτε. Κάμετε γρήγορα
πριν μας κλείσουν τα σανιδώματα! Κι αν μείνουν
              δυο πράγματα
δε χάθηκε ο κόσμος. Παρατράβηξε η μοίρα μας!
Λύεται η σύμβαση! Ανοίχτε τις πόρτες!
Όλα τα πήραμε! Τα πράγματα των παιδιών
και τα πράγματα της γυναίκας. Το σπασμένο της χέρι,
όρθιο στη θήκη του, σαλεύει μες στ’ άλλα
πράγματα ανάμεσα. Τι περιμένουμε; Όλα τα πήραμε!
Καθένας μας προς τη μοίρα του! Αφήστε με!
Ψάχνω τη στάχτη της φωτιάς όπου κάηκα, ψάχνω, αφήστε με,
να βρω τα πετράδια μου! Όλα, εντάξει!
Στο καμιόνι, λοιπόν! Εντάξει! Τα πήραμε!
Κλείστε τώρα τις πόρτες. «Τα κλειδιά! Τα κλειδιά!»
Ποια κλειδιά και ποιες πόρτες! Το σπίτι ήταν διεύθυνση!
Ήταν σημείο! Σκόνη κι αγέρας ήταν το σπίτι!
Το σπίτι μου ήταν μέσα στο σπίτι! Όλα τα πήραμε!
– Καλημέρα μαστόροι! Πώς τόσο πρωί;
Καλημέρα μαστόροι! Τετέλεσται!
«Στον ίσκιο της καθόμουν ν’αναπαυτώ γλυκά…»
Μεταφέρω τη μέρα, τον ήλιο, τα δάση,
Μεταφέρω τη μοίρα, το λύχνο, το αστέρι μου,
μεταφέρω τους άγραφους νόμους των άσπρων
λειμώνων μου – η στέγη του ήταν δική μου,
την παίρνω μαζί μου. Τα παράθυρα, οι πόρτες,
οι τοίχοι, δικοί μου. Στο βουνό ανεβαίνω,
το παίρνω μαζί μου. Νυχτώνω στην έρημο,
αφήστε με εμένα – η βροχή, το χαλάζι,
ο αγέρας, η θύελλα; Μη φωνάξτε και μην
ειδοποιείστε κανέναν. Το παίρνω μαζί μου!
Ασκληπιού ή Καραΐσκου μία είναι η οδός.
Απ’ το ένα ημισφαίριο της γης ώς το άλλο
μία είναι η οδός. Μετέφερα σήμερα
τα πράγματα μόνο.
                                             Σήμερα πρώτη
του Μάρτη μετοίκησα μέσα στο σπίτι μου.
Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Βρεττάκος, Ποίηση. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...