VOLTE – FACE

emf6

Απόσπασμα από την Πυραμίδα 67 του Ρένου

(Ένα καμιόνι γεμάτο με φαντάρους πλησιάζει την πόλη των Ιωαννίνων κάποια βροχερή νύχτα του εμφυλίου…)

Τ΄είναι ο άνθρωπος! Όσο ζύγωνε η πόλη, τόσο γίνονταν περσότερο, ολοένα περσότερο πλήθος, μάζα, με κοινή ψυχολογία! Ναι, ναι! Όλοι ετούτοι, που τώρα μόλις – μισή ώρα δεν ήτανε! – κοίταγε ο καθένας τους το τομάρι του, και βλαστήμαγε τα πάντα, τώρα, όσο ζυγώνανε, τόσο και ξέχναγαν. Κι όταν πια, τα πρώτα τρισάθλια χαμόσπιτα τους ρούφηξαν, μες στους στενούς τους δρόμους, με τα θαμπά τους τα φώτα, των πέντε κεριών, τα μυγοφτυσμένα, πάνω απ’ τις κλειστές βρωμόταβλες των μαγαζιών – τότε άρχισαν να τραγουδάνε όλοι μαζί!.. Και φουσκώναν σα γαλιά, που ίσως τους βλέπουν δυο – τρεις εκεί κακομοίρηδες, νυσταγμένοι, μούρτζουφλοι, αργοπορημένοι στην ταβέρνα και στη μιζέρια. Αυτοί οι δυο – τρεις, γυρνούσαν τώρα σπίτι τους, με λασπωμένα παπούτσια, με τρύπιες σόλες, με κάλτσες βρώμικες, βρεμένες, μ’ ένα πουκάμισο λερό στο γιακά και τριμένο απ’ τον καιρό στα μανικέτια, μ’ ένα – δυο κουμπιά παράταιρα στο παλιό παλτό τους, κι άλλα ένα – δυο να λείπουν στο σακάκι τους. Θα γύριζαν σπίτι τους, και θα τους υποδέχονταν η οικογενειακή τους μπόχα. Θα ξαπλώναν σ’ ένα κρεβάτι, με σκουριασμένα πόμολα, με χαλασμένες τις βόλτες τους. Με γυναίκα ή χωρίς γυναίκα, ανάκατα εκεί με σεντόνια βρώμικα… Δυο –τρεις νυχτερινοί κακαμοίρηδες, άθλιοι, κουρέλια! Κι όμως, αυτοί έφταναν για να καταφέρουν όλο εκείνο το λεφούσι, πάνω στ’ αυτοκίνητα, να ξελαρυγγιάζεται τόση ώρα τώρα, τραγουδώντας, όσο του ήταν δυνατό λιγότερο παράφωνα!

Καμαρώναν, κορδωνόντουσαν, κόμπαζαν μέσα στο σκοτάδι, δίχως κανείς στ’ αλήθεια να τους βλέπει. Δεν πιστεύαν τίποτε απ’ όσα τραγουδούσαν. Κι όμως καμαρώναν και τραγουδούσαν, και κόμπαζαν, γιατί έτσι, έστω και ψέματα, έστω και ομαδικά, έλπιζαν να εισπράξουνε την προσοχή. Φουσκώναν με την ιδέα πως στα μάτια των άλλων, ήταν, μια φορά, «οι λεβέντες μας!» – όσο κι αν ξέραν αυτοί τι κακομοίρηδες ήταν! (Δεν πείραζε όμως! Έστω και ψεύτικα κλεμμένη, με απάτη κερδισμένη, λίγη εχτίμηση τη λιμάζανε!)

Να πώς δουλεύει η μηχανή! Με κάτι τέτοια, φτηνά μέσα.

Μαζεύεις ένα τσούρμο κακομοίρηδες· τους ντύνεις όμοια· τους φορτώνεις στα καμιόνια και τους περιφέρεις, τους περιφέρεις, τους περιφέρεις , μες απ’ τους δρόμους μιας πόλης. Κι αυτοί, όσο έξυπνοι κι αν είναι, δεν αντέχουν, δε βαστούν στο γαργάλισμα της ματαιοδοξίας: φουσκώνουν σαν κούρκοι στην ιδέα πως τους κοιτάνε! Τους θρέφει η επίδειξη κι αρχινάν να καμαρώνουν, να κορδώνουνται, να δείχνουνε παράστημα και σκληρές, σαν από μπρούντζο, φάτσες – δυναμικές! Ξεσηκώνουν μέσα τους όλες τις μνήμες και τις εικόνες – ό,τι εθαύμασαν κι αυτοί ποτέ, μικροί σαν ήταν, από νταήδες κι από κουμπουράδες, και πιο μεγάλοι, από κατακτητές χιτλερικούς που εμίσησαν, μα κ΄έτρεμαν συνάμα, και τους κρυφοζήλευαν, ραγιάδες, από δέος, σαν παρελαύναν άλλοτε, όμοια κορδωμένοι κούρκοι, φουσκωμένοι μπόγοι, μπρος στα μάτια τους!.. Τεζάρουν τώρα, ίδια κ’ ετούτοι, το κορμί τους και πιάνουνε να τραγουδούν! Κάνουν τη φωνή τους πιο μπάσα – όσο αντρικώτερη μπορούν! Κοιτάν ο ένας τον άλλον, σα στον καθρέφτη, κι όλο και σφίγγουνται να φανούν «άντρες με τα όλα τους», φοβεροί και τρομεροί!.. Κι όλ’ αυτά τάχα αδιάφορα για όσους τους ακούν, τους κοιτούν – πραγματικά όμως μόνο γι’ αυτούς, κι ας είν’ ετούτοι δυο – τρεις μονάχα ξενυχτισμένοι κακομοίρηδες, ή και μια γάτα ακόμη, που διασχίζει έντρομη απ’ το θόρυβο το δρόμο!

Κ’ οι από κάτω που τους βλέπουν, επειδή δεν έχουνε κανένα λόγο οι ίδιοι να μην είναι κακομοίρηδες, και είναι, άθλιοι και για λύπηση, κι αντικρύζουν τούτους δω, που φαντάζουν τόσο κυρίαρχοι και ρωμαλέοι, ζαρώνουν και φοβούνται και θαυμάζουν: «Τι λεβέντες! Τι κορμιά!» Τόλμα αν θες, από το πεζοδρόμιο, να σκεφτείς τίποτε αντίθετο με την εξ υποθέσεως θέληση αυτής της δύναμης!.. Κ’ έτσι όλο και φουσκώνει η απάτη κι όλο αυτοκοροϊδεύονται κι αλληλοκοροϊδεύονται! Αποχτάν το λεγόμενο «σθένος» και «γερό ηθικό» τούτοι οι κούρκοι, και τη λεγόμενη «εμπιστοσύνη στη δύναμη» όλοι οι αποκάτω!.. Κι αυτά με το τίποτα, με τα ψέματα, με την ανθρώπινη αδυναμία και τη λίμα για επίδειξη, για φανφάρα, για παράτα!

Α κακομοίρη εσύ από κάτω, και να θυμόσουν πάντα το τρύπιο σου άλλοτε χιτώνιο, πάνω στο καμιόνι, σαν έδινες παρόμοια εικόνα στους τότε ανίδεους, σα φούσκωνες κι εσύ κάποτε – την τρύπια κάλτσα σου μες στην αρβύλα, τα βρόμικά σου πόδια, τη λάσπη που θα κοιμηθής, τους εξευτελισμούς σου, την αηδία σου, την  οργή σου, τη σκλαβιά σου – την κακομοιριά σου, κακομοίρη μου, κακομοίρη!.. Αλλά τι περιμένεις; Ίδιοι και απόιδιοι είστ’  όλοι! Όλοι απατημένοι, αυτοαπατημένοι, αλληλοαπατημένοι κι απατεώνες! Παίζετε θέατρο – τις «κουμπάρες» παίζετε! Τάχα μου «άντρες»! – τι να σας πω;.. Προτιμότερές σας οι γυναίκες! Γιατί αυτές τουλάχιστο, φουσκώνουν μπρος στον καθρέφτη τους ή στο σεργιάνι, για να πλασάρουν κάτι: το φύλο τους!.. Ενώ εσείς, μ’  αυτά που κάνετε, παίρνετε φόρα κι αλληλοσφάζεστε!..  Τα ιδανικά σας όλα, τα οσοδήποτε «ανώτερα», τα οσοδήποτε «ευγενή», και «υψηλά», και «πανελεύθερα», καταλήγουν άσφαλτα εκεί πάντα: σ’  ένα καμιόνι φορτωμένο κούρκους, να περιφέρουνε το ψεύτικο καμάρι τους στις σκονισμένες άθλιες πόλεις σας! Δε πα’ να τραγουδάτε την «Internazionale» ή το «Über alles!», τη «Μαρσεγιέζα» ή το «Σώζοι ο Θεός τον Βασιλέα», τη «Τζοβινέτσα» ή το «Avanti»; Το ίδιο κάνει – τα ίδια ειστ’ όλοι! Φουσκωμένα γαλλιά σε μια φανφάρα, με λιλιά, με μπιχλιμπίδια, με ασοβάρευτες αρλούμπες – μασκαράδες! Να τι είστε: Μασκαράδες!

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Διήγημα, Ρένος Αποστολίδης. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...