Γιώργος Σεφέρης – Σελίδες ημερολογίου

seferisΑθήνα, Φθινόπωρο 60. Δευτέρα, [26 Σεπτέμβρη]

Το πρωί δεν έχει εφημερίδες· στις απογεματινές τίτλοι σαν τους ακόλουθους: «Συνεφιλιώθησαν απροσδοκήτως οι Λουμούμπα και Μομπούτου – Οι προικοφάγοι – Η Μόσχα αναγγέλλει μέγα γεγονός δι’  αύριον. Επίκειται εκτόξευσις αστροναύτου; Έγινεν, αλλ’  ανεπιτυχώς. Λέγουν οι Αμερικανοί».

Ψιλοβρέχει όλη μέρα. Αυτό αναπαύει: μια διακοπή σε τούτο το φετινό ταξίδι με τον ήλιο. Πολλές φορές πλατιοί διπλοί δρόμοι, με τα ηλεχτρικά που είναι σαν φώτα οδοντιάτρου πάνω στ’  ανοιχτά στόματά μας, μου δίνουν την εντύπωση πως δεν πηγαίνουν ίσια πάνω στην επιφάνεια, αλλά κυλάνε την κατηφόρα για να μας αδειάσουν όλους μας στο χάος μιας ρουφήχτρας· συναίσθημα πως ο τόπος κλωτσά, θέλει ν’ απαλλαγεί από τους εγκατοίκους του (συναίσθημα που και άλλοτε είχα). Αυτό μπορεί να σημαίνει τώρα πως φέτο βρήκα τον εαυτό μου πιο απροσάρμοστο στην Αθήνα από κάθε άλλη φορά, ή ακόμη πως η μουντή απόγνωση που διακρίνεις κάτω από τις πιο απλές κουβέντες ανθρώπων που συναπάντησες, είναι μεταδοτική. Όχι πως βρήκα ανθρώπους απελπισμένους στην Αθήνα· απεναντίας νομίζω πως διασκέδαζαν περισσότερο από άλλες εποχές· οι νέοι με την ακμή τους, οι γέροι με την υπομονή· ωστόσο πίσω από τα καθημερινά τους φερσίματα μια απροσδιόριστη πίεση που τους έδινε την εμφάνιση του νευρόσπαστου ή του υπνοβάτη: πίσω απ’ όλα αυτά μια νεύρωση σα να τους είχαν στερήσει από ορισμένες θεμελιώδεις λειτουργίες. Θα ήθελα να είχα περισσότερο καιρό εδώ για να κοιτάξω αυτά τα παράξενα φαινόμενα. Τώρα μόνο πρόχειρες εντυπώσεις. Έλλειψη ενδιαφέροντος, συγκεντρωμένου ενδιαφέροντος: φοιτητές που έχουν παραδεχτεί πως οι καθηγητές τους ανήκουν σε μια ιδιαίτερη πανίδα – φώκιες λ.χ. ή πιγκουΐνοι – είναι ένα πραγματικό γεγονός, τίποτε άλλο –  δεν μπορούν, ούτε το σκέπτονται καν, να τους αλλάξουν, όπως τον αέρα και τη βροχή. Λογοτέχνες που βλέπουν μπροστά τους ένα τέναγος όπου βουλιάζει κάθε πνευματική λειτουργία – δεν μπορεί όμως να γίνει τίποτε. Άνθρωποι της πολιτικής πιάτσας αναπτύσσουν με όλες εκείνες τις αναγκαίες λεπτομέρειες την ψυχολογία των εκλογέων, που ενδιαφέρονται μόνο για όποιον μπορεί να τους φέρει κάποια υλική καλυτέρευση – τίποτε άλλο· το ηθικό χαμένο. Κι όταν μιλούν έτσι δεν εννοούν τους φτωχούς, τους υποαπασχολημένους. Εννοούν την μικροαστική τάξη που εκλέγει την κυβέρνηση του τόπου, που κυβερνά – ηγετική τάξη στην Ελλάδα; ποια είναι; Αν ακούσω νεώτερους φίλος ακόμη και στον έρωτα η μηχανική συμπεριφορά πάει να επικρατήσει. (Αλλά μόνον για λόγους τιμής εξακολουθούν). Η εντύπωση είναι ότι ο πληθυσμός της Αθήνας ταξιδεύει μ’  ένα καράβι που κατρακυλά σε μεγάλη τρικυμία και βρίσκεται σε μια κατάσταση ναυτίας όπου ο,τιδήποτε έχει την ίδια σημασία.

Ο Κωστάκης* μου περιγράφει τις μηχανικές τελειοποιήσεις που θα έχει το λιμάνι (Βουλιαγμένη), για κότερα – το ξενοδοχείο. Άμεση σύνδεση με τηλέφωνα, τέλειος ανεφοδιασμός. Ακόμα  και εξαΰλωση των σκατών με χημικά μέσα (τα μεταβάλλει σε καθάριο νερό που μπορείς να πιείς – sic). «Φέρατε, παρατηρώ, έναν κολοσσιαίο όγκο από υλικά μέσα, χωρίς προηγούμενο, αλλά ο κόσμος είναι ζαλισμένος απ’ όλα αυτά, δεν προλαβαίνει να τα χωνέψει, ούτε να τα παρακολουθήσει». Απάντηση: «Υστερούμε σε ανθρώπινο υλικό». Στο μεταξύ μια κοπέλα της πλαζ αποχαιρετά ένα χωροφύλακα λέγοντάς του «Μπά—μπάι!»

Διαμέρισμα Κ[ατακουζηνών] στην οδό Όθωνος – ψηλά – δεν είναι σπίτι, είναι υπερωκεάνιο αγκυροβολημένο: στόμια εγκλιματισμού, έπιπλα signés, θέα όσο παίρνει· όταν έχει παράτα βλέπουν ακόμη και την καβαλίνα που πέφτει από τ’ άλογο του διαδόχου μπροστά σ’ έναν Υπουργό, κτλπ. Όλα αυτά είναι θαυμάσια, όμως η δυσαναλογία αυτής της πολυτέλειας με τον άλλο κόσμο –  θα πει κανείς: παντού οι πλούσιοι έτσι – ίσως, όμως στην Ελλάδα ή αλλού ο πλούτος είχε κάποιο πλαίσιο – δεν είχε αυτό το απίστευτα αφηρημένο.

Το πρωί στους Ίκαρους, πουλάνε δίσκους με το καντάρι· ο Πατς[ιφάς] λέει αυτό τους έσωσε – τα βιβλία δεν παρουσιάζουν κανένα ενδιαφέρον για κανέναν – δίσκοι! δίσκοι! Ο Ελύτης πούλησε μόνο 200 αντίτυπα**. Το Κύπρος*** δεν πουλήθηκε διόλου. Γιατί; (Η Κύπρος, λέει, ήταν εξαρχής χαμένη υπόθεση).

Ίσως να βγουν κάποτε καινούργιες σπίθες· για την ώρα το πιθανότερο είναι ότι δε θα μπορούν να που ούτε ένα σωστό καλημέρα σε λίγο – γλώσσα φημερίδας –  φωνές ηχούν σα ραδιόφωνα –  χειρονομίες σινεμά – και οι λέξεις τουρισμός και πολιτισμένος που ξανάρχονται όλη την ώρα (ωστόσο οι απόπατοι μένουν απίστευτα προσκολλημένοι στην παράδοση), όλα τουριστικά και πολιτισμένα –  στο τέλος δε θα ‘χουν τίποτε άλλο στο μυαλό τους παρά μια σειρά ασύνδετες cartes-postales. Αναρωτιέμαι με φρίκη τι θα γίνει όταν έρθει και το TV.

Στην Κηφισιά εκείνο το βράδυ με το Ζή[σιμο Λορεντζάτο], που καθήσαμε στο Κεφαλάρι. Οι φάτσες του χαρτοπαιγνίου. Ηλικιωμένες που μπορεί να ήταν σεβάσμιες κυράδες ή μαμάδες μπορντέλου, αδιαφόρευτα. Η βουλιμία στα μούρα, η υπνοβασία –  αυτά που φοβούμασταν 30 χρόνια πριν ήρθαν. Και ο άνθρωπος που γράφει μέσα σ’ όλα αυτά τι νόημα έχει θεέ μου.

*Εννοεί τον Κωνσταντίνο Τσάτσο

** Αναφορά μάλλον στο Άξιον Εστί και στο Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό.

*** Εννοεί το Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ)

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Δοκίμιο, Σεφέρης. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...