Ο Πλάτων και η Θεωρία των Ιδεών

44502942_640

Με την διάκριση αυτήν των γνωστικών δυνάμεων της ψυχής και του πνεύματος, στην αρχαιότητα από τον Πλάτωνα και στη νεώτερη εποχή από τον Καντ, διαγράφονται τα όρια των βασικών τρόπων του συνειδέναι, δηλαδή της δυνάμεως του αισθάνεσθαι και της δυνάμεως του νοείν, και θεμελιώνεται γενικώς η αυτονομία του πνεύματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στην αρχαία και στη νεώτερη εποχή το πνεύμα, με τη στροφή εις εαυτό, εζήτησε ν’ αποδεσμευθεί από τη δογματική οντολογία και μεταφυσική, και έτσι θεμελίωσε την αυτενέργεια και αυτονομία του. Η φιλοσοφία, η οποία άρχισε τη ζωή της με την αναζήτηση της αρχής ή την αρχή των όντων, με την επιστροφή στο πνεύμα ζητεί τώρα τις εσωτερικές αρχές του πνεύματος και μ’ αυτές επιχειρεί ν’ αναλύσει τα αντικειμενικά δημιουργήματα του πνεύματος. Τα προβλήματα της φιλοσοφίας γίνονται τώρα προβλήματα του πνεύματος. Το πνεύμα, για να γνωρίσει το Είναι του και την ενέργειά του, στρέφεται τώρα προς τη συστηματική ανάλυση των αντικειμενικών του έργων. Τα έργα αυτά του πνεύματος αποτελούν κατ’ ουσίαν τον άμεσο κόσμο της ζωής του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος απ’ αρχής της ζωής του δημιούργησε ένα πνευματικό κόσμο, όπου μέσα ζει και κινείται. Η πρώτη πνευματική μορφή αυτού του κόσμου είναι ο μύθος — η μυθική γενικώς ερμηνεία του κόσμου και της ζωής του ανθρώπου. Απ’ αρχής επίσης της πνευματικής του παρουσίας ο άνθρωπος δημιούργησε ένα σύστημα συμβόλων, το σύστημα των λέξεων, τη γλώσσα, με τα οποία εκφράζει τα αισθήματα, συναισθήματα και νοήματά του. Έπειτα δημιούργησε επιστήμη και φιλοσοφία, τέχνη και τεχνική και γενικώς τα άλλα αντικειμενικά έργα του πνεύματός του. Αυτόν λοιπόν τον κόσμο του πνεύματος, το νόημα και την αξία του, έρχεται τώρα να κατανοήσει η φιλοσοφία με τη στροφή που έκαμε από το απλό Είναι προς το πνεύμα. Και το πρόβλημα όμως του Είναι προσλαμβάνει τώρα καινούργια σημασία. Ενώ πριν το Είναι περιελάμβανε μόνον όσα υπάρχουν φύσει, τώρα η έννοια του Είναι περιλαμβάνει και τα έργα του πνεύματος.

Ο Πλάτων, για να χαρακτηρίσει τον κόσμον αυτόν του πνεύματος, δημιούργησε ένα ιδιαίτερο όρο, τον όρον «γένεσις εις ουσίαν». Η ψυχή του ανθρώπου με τα έργα της, την επιστήμη, την τέχνη, τη φιλοσοφία, κινείται από το μη Είναι προς το Είναι, από το κενό γίγνεσθαι προς το άξιο γίγνεσθαι, γενικώς κινείται από το γίγνεσθαι προς το είναι και έτσι ουσιώνεται, γιατί με τα έργα της αυτά η ψυχή μετέχει, λέγει ο Πλάτων, της ουσίας, των ιδεών. Τι είναι λοιπόν το Είναι — που ζητεί απ’ αρχής η φιλοσοφία — θα φανεί, όταν αναλύσομε και ερμηνεύσομε και κατανοήσομε τα δημιουργήματα της ψυχής και προ παντός την επιστήμη, η οποία αποτελείται από συστήματα κρίσεων, από «λόγους».

Πρέπει λοιπόν — αυτό είναι το αίτημα του Πλάτωνος — από αυτούς να ξεκινήσομε, να λάβομε ως αφετηρία τούς «λόγους», δηλαδή το τι εκάστοτε εννοούμε και λέγομε για τα πράγματα, που γνωρίζομε. Οι «λόγοι», δηλαδή οι κρίσεις μας για τα πράγματα, όχι ως γλωσσική διατύπωση αλλά ως νόημα, περιέχουν πάντοτε μέσα τους το Είναι. Η ριζική αυτή στροφή του πνεύματος, από την ύλη εις τα νοήματα, άρχισε στον Πλάτωνα με τον «Φαίδωνα». Στην «Πολιτεία» έπειτα ο Πλάτων ανέλυσε συστηματικώς τις βασικές λειτουργίες του πνεύματος. Τέλος στους διαλόγους «Θεαίτητος», «Σοφιστής» και «Παρμενίδης» έφθασε σε κλασσικές διατυπώσεις της φιλοσοφίας του, οι οποίες παραμένουν αμετακίνητες ως σήμερα και αποτελούν τις προϋποθέσεις για κάθε φιλοσοφική σκέψη. Και δεν είναι δυνατόν κανείς πράγματι να αρχίσει να σκέπτεται φιλοσοφικώς, αν δεν μελετήσει τα έργα αυτά του Πλάτωνος, όπου ο νους αποδεσμεύεται από κάθε δογματική προϋπόθεση και συνειδητοποιεί την αυτονομία του.

Με τη στροφή αυτή που έδωσε ο Πλάτων στη φιλοσοφία έθεσε τη μοναδική πνευματική προϋπόθεση για κάθε φιλοσοφική κατανόηση του ανθρώπου και του κόσμου. Ό,τι ο Πλάτων ονόμασε ιδέα, τούτο ενυπήρχε βεβαίως ως αίτημα του πνεύματος σε όλα τα προηγούμενα φιλοσοφήματα. Την πρώτη αρχή ή την έσχατη αιτία του Είναι εζήτησε απ’ αρχής η ελληνική φιλοσοφία. Αλλά, ενώ το πρόβλημα τούτο, το λογικό τούτο αίτημα της ελληνικής φιλοσοφίας, είναι απ’ αρχής σαφώς διατυπωμένο, οι λύσεις, που δόθηκαν πριν από τον Πλάτωνα, ήταν απλές απόπειρες, δοκιμές. Ενώ από το ένα μέρος ζητείται από όλους το Είναι, η ουσία του κόσμου, από το άλλο μέρος όλοι όσοι φιλοσόφησαν πριν από τον Πλάτωνα αποσπούν ένα ορισμένο στοιχείο του κόσμου, ένα ορισμένο ον, και απ’ αυτό ζητούν να εξηγήσουν γενετικώς όλα τα άλλα. Αρχικώς το ορισμένο αυτό ον είναι υλικό, είναι μια συγκεκριμένη ύλη, η οποία θεωρείται ως πρώτη ύλη, και αυτή υποτίθεται ως η αιτία όλων των φαινομένων. Έπειτα μερικά συστήματα συλλαμβάνουν την έννοια της νοητής αρχής των όντων, αλλά και αυτή είναι κατά βάθος κάτι μεταξύ του φυσικού και του πνευματικού κόσμου, είναι κάτι ανάμεικτο. Και οι αριθμοί των Πυθαγορείων και ο λόγος του Ηρακλείτου και τα άτομα του Δημοκρίτου, ακόμη τέλος και το Είναι, όπως το εννοεί ο Παρμενίδης, σε όση απόσταση και αν βρίσκεται από την πρώτη ύλη των πρώτων Ιώνων φιλοσόφων, παραμένουν κάτι το ακαθόριστο, κάτι το μεταξύ φυσικού και πνευματικού κόσμου, δεν είναι πραγματικώς νοητά με την έννοια που εισήγαγε ο Πλάτων.

 Η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνος είναι εκείνη, η οποία ανοίγει σε όλο του το βάθος τον νοητό κόσμο, τον κόσμο του πνεύματος, και τον χαρακτηρίζει με τα σύμφυτα σ’ αυτόν γνωρίσματα. Με τη θεωρία των ιδεών η φιλοσοφία ξεπερνά τα όρια του υλικού κόσμου και το παλαιό πρόβλημα του Είναι αποκτά τώρα καινούργιο, το πραγματικό του νόημα. Τώρα μόνον είναι που τίθεται τω όντι το πρόβλημα του Είναι. Ο Πλάτων δεν ενδιαφέρεται πια για την υλική ποιότητα του Είναι, αλλά ζητεί να κατανοήσει πρώτα την έννοια του Είναι και απ’ αυτήν έπειτα είναι δυνατόν να προσδιορισθεί και το υλικό Είναι. Από τη σκοπιά αυτήν τα προηγούμενα φιλοσοφικά συστήματα εμφανίζονται, κατά τη γνώμη του ιδίου του Πλάτωνος, ως απλά μυθολογήματα, ως κοσμολογικοί μύθοι. Ταυτοχρόνως όμως ο ίδιος ο Πλάτων δεν παραγνωρίζει την τεράστια σημασία, που είχαν για την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψεως τα συστήματα των προδρόμων του και τα χαρακτηρίζει ως «γιγαντομαχίαν περί της ουσίας». Οπωσδήποτε το Είναι δεν ζητείται τώρα από τον Πλάτωνα μέσα στην υλική «πραγματικότητα», αλλά μέσα στο πνεύμα — γιατί εκεί μόνον υπάρχει το νόημά του, η έννοιά του. Έτσι ο νους, τον οποίον εταύτισε ο Παρμενίδης με το Είναι, ανακαλύπτει τώρα την αυτενέργειά του και την αυτονομία του. Ο νους δεν είναι έξω από το Είναι, ούτε έρχεται ως ξένος επισκέπτης σ’ αυτό, αλλά ο ίδιος προσδιορίζει το Είναι με τη μορφή του και την ενέργειά του.

Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία

Advertisements
Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Uncategorized. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...